Α-7 Corsair II

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αφιέρωμα της Αεροπορικής Επιθεώρησης, Τεύχος 135 Αύγουστος 2025, στο θρυλικό μαχητικό αεροσκάφος Α-7. Ξεκινά με Χαιρετισμό από τον Επίτιμο Αρχηγό ΓΕΑ, Πτέραρχο (Ι) ε.α. Θεμιστοκλή Μπουρολιά και συνεχίζει με απόψεις και άρθρα συναδέλφων με προσφορά στη συντήρηση και επιχειρησιακή εκμετάλλευση του αεροσκάφους. Η συνεισφορά των Πολεμικών Μοιρών, από το 1975, που εξοπλίστηκαν με τα αεροσκάφη Α-7Η, δηλαδή της 340, της 345 και της 347 Μοίρας Βομβαρδισμού (ΜΒ), υπήρξε εντυπωσιακή για τον χώρο της Πολεμικής Αεροπορίας, για πολλούς λόγους. Κατά γενική ομολογία, η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα του αφους στηρίχθηκε ουσιαστικά στο πολύ υψηλό επαγγελματικό και επιχειρησιακό επίπεδο του προσωπικού των Μοιρών των Α-7Η.
Ο Πτέραρχος Θ. Μπουρολιάς αναφέρει για το Α-7. « Ένα θρυλικό μαχητικό αεροσκάφος που έμεινε γνωστό στην Ελλάδα ως ο «Κουρσάρος του Αιγαίου» και που δίκαια αγαπήθηκε απ’ όλους τους Ιπταμένους και Τεχνικούς που το χειρίστηκαν και το υποστήριξαν, λόγω των ιδιαίτερων πτητικών χαρακτηριστικών και των επιχειρησιακών του δυνατοτήτων. Απευθύνω χαιρετισμό, ως ελάχιστη αναγνώριση της προσφοράς του μέσου αλλά και όλων αυτών των συναδέλφων, Ιπταμένων, Τεχνικών και λοιπών ειδικοτήτων, που εργάστηκαν όλα αυτά τα χρόνια για την αξιοποίηση και πλήρη επιχειρησιακή εκμετάλλευση ενός αεροσκάφους που πρωτοστάτησε στην αεροπορική ιστορία του τόπου για πάνω από 39 έτη».
Η 116 Πτέρυγα Μάχης, στην Αεροπορική Βάση του Αράξου, επιλέχθηκε να υποδεχθεί 68 μεταχειρισμένα Α-7Ε/ΤΑ-7C, προερχόμενα από το Αμερικανικό Ναυτικό (USN), που παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα, το διάστημα 1993-2001. Η παραλαβή αυτών ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1993, με το σύνολο των αεροσκαφών να ανακατανέμονται ανάμεσα στις 335 και 336 Μοίρες Βομβαρδισμού (ΜΒ), για τα επόμενα 21 χρόνια που ο τύπος υπηρέτησε με τα ελληνικά χρώματα. Ωστόσο, από το 2002 και για τα επόμενα 6 χρόνια, όλος ο στόλος των αεροσκαφών αυτών είχε ενταχθεί στη δύναμη της 335 Μοίρας, ενώ το σύνολο του εναπομείναντος στόλου των Α-7Η/ΤΑ-7Η παραχωρήθηκε από την 115 ΠΜ στην 336ΜΒ.
Την Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014, πραγματοποιήθηκε η τελετή Απόσυρσης των Αεροσκαφών Α-7 της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ), στην 116 ΠΜ μετά από 39 χρόνια παρουσίας στους ελληνικούς ουρανούς. Δεκατρείς Ιπτάμενοι έχασαν τη ζωή τους μέσα στο αεροσκάφος αυτό. 
Ήταν μεγάλη τύχη και ΤΙΜΗ που υπηρετήσαμε τα Α-7. Οι Μοίρες των Α-7 όχι μόνο έγραψαν μια λαμπρή ιστορία, αλλά και αποτέλεσαν παράδειγμα προς μίμηση για τους νέους Ιπταμένους της ΠΑ. Οι νεότερες γενιές αεροπόρων να συνεχίσουν να υπηρετούν τις ίδιες υψηλές αξίες και ιδανικά, πιστοί στο καθήκον και την ΑΠΟΣΤΟΛΗ, υιοθετώντας απολύτως την αρχή «εκπαιδευόμαστε όπως θα πολεμήσουμε».

απάνθισμα από το αφιέρωμα

Προκλήσεις από την Στρατιωτική Χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης*

του Υποστράτηγου ε.α. Κωνσταντίνου Βαλαλή

Όλες οι παραδοσιακά ισχυρές δυνάμεις επενδύουν την τελευταία δεκαετία στην στρατιωτική ΤΝ, έχοντας αναγνωρίσει τη δυνατότητά της να μεταβάλει θεμελιωδώς τον χαρακτήρα του πολέμου και να εξασφαλίσει την στρατιωτική κυριαρχία. Αν και η ανάπτυξη στρατιωτικών συστημάτων ΤΝ βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, στο άμεσο μέλλον θα παρατηρηθεί μια σταθερή αύξηση της χρήσης τους. Οι διαδικασίες ανάπτυξης και η χρήση της στρατιωτικής ΤΝ απαιτείται να παρέχουν εγγυήσεις για την ασφάλεια και την αξιοπιστία των συστημάτων και να εστιάζουν στην καλλιέργεια κατάλληλης κουλτούρας συνεργασίας του προσωπικού με τις μηχανές. Η ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων αποτελεί ένα πολυ-παραγοντικό πρόβλημα, η επίλυση του οποίου κρύβει μια σειρά από παγίδες και κινδύνους.
Το κοινό σημείο αφετηρίας των ενδεχόμενων κινδύνων είναι η πιθανότητα βιαστικής ανάπτυξης στρατιωτικών μηχανών που θα λειτουργούν χωρίς ανθρώπινο έλεγχο. Ο βαθμός ωριμότητας της τεχνολογίας δεν δικαιολογεί την ανάθεση κρίσιμων στρατιωτικών λειτουργιών σε τέτοια συστήματα. Αν και οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες των προηγμένων τεχνολογικά χωρών φαίνεται να έχουν κατανοήσει τη σημασία της παρουσίας του ανθρώπου εντός του κύκλου λήψης απόφασης, η πίεση του ανταγωνισμού ενέχει τον κίνδυνο της επιλογής στρατιωτικών λύσεων μεγάλης αυτονομίας.
Συνεπώς, είναι κρίσιμο να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στην ανάπτυξη των «ημιαυτόνομων» συστημάτων (human-in-the-loop), έναντι των συστημάτων «εποπτευόμενης» και «πλήρους αυτονομίας»,32 τα οποία αναφέρονται σε απόδοση μεγαλύτερης ευθύνης στις μηχανές. Όλα τα, υποβοηθούμενα από την ΤΝ, μελλοντικά οπλικά συστήματα θα εντοπίζουν εχθρικούς στόχους και θα κατευθύνουν τα όπλα εναντίον τους, με αυτόματο τρόπο. Όμως, τα ημιαυτόνομα συστήματα θα εκτελούν την προσβολή μόνο κατόπιν ανθρώπινης εξουσιοδότησης. Τα συστήματα εποπτευόμενης αυτονομίας θα εκτελούν αυτόνομα την αλληλουχία των προγραμματισμένων εμπλοκών, πλην όμως ο χειριστής θα μπορεί να παρακολουθεί, να παρεμβαίνει και να διακόπτει τη δράση τους. Σε ένα ημιαυτόνομο σύστημα ο άνθρωπος λογοδοτεί για τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του, διασφαλίζοντας ότι αυτό συμμορφώνεται με τους κανόνες εμπλοκής και το Δίκαιο του Πολέμου. 
Ωστόσο, η ημι-αυτονομία ενδέχεται να μειώσει την ικανότητα αντιμετώπισης των απειλών και να οδηγήσει σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα, ιδιαίτερα όταν ο αντίπαλος έχει υιοθετήσει την αυτονομία. Αυτό και μόνο το ενδεχόμενο αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για την υιοθέτηση μεγαλύτερης αυτονομίας. Ο αυξημένος βαθμός αυτονομίας μεγεθύνει μια σειρά από προκλήσεις που σχετίζονται με τις ιδιαιτερότητες της τεχνολογίας της ΤΝ (π.χ., αυτοεκπαίδευση μοντέλων). Το πρώτο βασικό ζήτημα είναι αυτό της αξιοπιστίας και της ασφάλειας. Ειδικοί της στρατιωτικής ΤΝ επισημαίνουν ότι η τρέχουσα τεχνολογία δεν διασφαλίζει το απαιτούμενο επίπεδο ασφάλειας των στρατιωτικών συστημάτων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για εντατικοποίηση της επιστημονικής έρευνας. Η αξιοπιστία των μοντέλων εξαρτάται από την ακεραιότητα και την ποιότητα των δεδομένων εκπαίδευσης που καθορίζουν το περιβάλλον και το εύρος λειτουργίας τους. Συνεπώς, η προστασία της ακεραιότητας και η εξασφάλιση της κατάλληλης ποιότητας αυτών των δεδομένων είναι παράγοντες ζωτικής σημασίας. Τα δεδομένα, ως προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας, ενσωματώνουν τις προκαταλήψεις και την υποκειμενικότητα των ανθρώπων. Η ενσωμάτωση τέτοιων προκαταλήψεων στα στρατιωτικά συστήματα θα εκφραστεί ως μια εγγενής αρνητική προσέγγιση προς κάποιους δρώντες και με αντίστοιχα προκατειλημμένες αποφάσεις. 
Επιπρόσθετα, ελλοχεύει ο κίνδυνος παραβίασης της ακεραιότητας των δεδομένων εκπαίδευσης ή/και των ίδιων των συστημάτων από εχθρικές ενέργειες στον Κυβερνοχώρο. Η τεράστια υπολογιστική ισχύς είναι δεδομένο ότι θα μεγεθύνει το αποτύπωμα τυχόν λαθών που ενσωματώθηκαν κατά την εκπαίδευσή τους ή προκλήθηκαν από κακόβουλες ενέργειες. Ενδεχομένως, θα οδηγήσει σε απροσδόκητη συμπεριφορά και αποτυχίες των συστημάτων.
Η αξιόπιστη λειτουργία των συστημάτων εξαρτάται επιπλέον και από τη σαφήνεια των προδιαγραφών, τον επαρκή χρόνο εκπαίδευσης, τις εξαντλητικές δοκιμές, τη λεπτομερή αξιολόγηση, την εκτίμηση όλων των πιθανών κινδύνων και τη διάφανη λειτουργία τους. Η διαφάνεια των εφαρμογών ΤΝ εκφράζεται ως η ικανότητα των χρηστών να αντιλαμβάνονται τη λογική βάση κάθε απόφασης. Η ενεργός εμπλοκή εξειδικευμένου στρατιωτικού προσωπικού σε όλες τις φάσεις της ανάπτυξης ενός συστήματος (συμπεριλαμβανομένης και της επιλογής και επεξεργασίας των δεδομένων εκπαίδευσης) θα ενισχύσει το βαθμό αξιοπιστίας του. Παράλληλα, θα αυξήσει την πιθανότητα αποτελεσματικής ενσωμάτωσης των δογμάτων και της στρατιωτικής κουλτούρας στις εξελιγμένες εφαρμογές.
Τα κενά σε ζητήματα ασφάλειας, αξιοπιστίας και διαφάνειας των στρατιωτικών συστημάτων υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των χειριστών και της ιεραρχίας.
Η ανάπτυξη κουλτούρας εμπιστοσύνης του στρατιωτικού προσωπικού στην ΤΝ είναι μια δυναμική διαδικασία που διασφαλίζει την αποτελεσματική συνεργασία ανθρώπου-μηχανής. Η έλλειψη εξοικείωσης και η δυσκολία κατανόησης των ιδιαιτεροτήτων της ΤΝ θα οδηγήσει σε δύο ακραία προβληματικές προσεγγίσεις: (α) υπερβολική επιφυλακτικότητα, έναντι αξιόπιστων συστημάτων, και (β) άκριτη εμπιστοσύνη σε συστήματα περιορισμένης αξιοπιστίας. Η δεύτερη προσέγγιση, η οποία στη βιβλιογραφία περιγράφεται ως «προκατάληψη αυτοματοποίησης» (automation bias), είναι πιθανό να οδηγήσει σε απόλυτη εξάρτηση από τα συστήματα ΤΝ και σε συναισθηματική εμπλοκή του προσωπικού, με σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις. 37 Η εκπαίδευση και εξοικείωση του προσωπικού με τη φύση και τις ιδιαιτερότητες της ΤΝ είναι ζωτικής σημασίας. Οι λήπτες απόφασης (ιεραρχία) και οι χειριστές θα απαιτηθεί να είναι σε θέση να αποφασίζουν υπό ποιες συνθήκες μπορούν να εμπιστευτούν ή όχι ένα σύστημα. Όσοι ασχολούνται με την ανάπτυξη και την χρήση της στρατιωτικής ΤΝ είναι σκόπιμο να έχουν υπόψη τους μια σειρά από ενδεχόμενους κινδύνους.
Πρώτον, ο ισχυρός εταιρικός ανταγωνισμός έχει επιβάλει την ανάπτυξη εφαρμογών που λειτουργούν αδιαφανώς, έναντι των χρηστών δηλαδή (ως «μαύρα κουτιά»).
Δεύτερον, η βελτιστοποίηση των συστημάτων αυξάνει εκθετικά το κόστος και είναι πολύ πιθανόν οι πάροχοι στρατιωτικών συστημάτων να προτιμήσουν να την αποφύγουν. Επιπρόσθετα, δοκιμές έχουν δείξει ότι η βελτιστοποίηση ενός συστήματος, προκειμένου να λειτουργεί υπό οριακές συνθήκες, μπορεί να μειώσει την ακρίβεια και την ασφάλειά του, υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας.
Τρίτον, ενώ η στρατιωτική ΤΝ θεωρητικά συνεισφέρει στην εξάλειψη της αβεβαιότητας και την επιτάχυνση της διαδικασίας λήψης απόφασης, τυχόν ασυνεπή λειτουργία της θα εισάγει νέου τύπου αβεβαιότητες, οι οποίες θα είναι δύσκολα ανιχνεύσιμες και κατανοητές, λόγω της φύσης τους.
Τέταρτον, η αναπόφευκτη διασύνδεση των διάφορων εφαρμογών θα δημιουργήσει πολύπλοκα «συστήματα συστημάτων» και θα δυσχεράνει την πρόβλεψη λαθών και την αποφυγή ατυχημάτων. Πέμπτον, η χρήση συστημάτων αυξημένης αυτονομίας θα μειώσει τη δυνατότητα των χειριστών να παρακολουθούν την ταχύτητα με την οποία αυτά κλιμακώνουν τη δράση τους, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα με κορεσμένο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα.
Έκτον, το προσδοκώμενο αποφασιστικό στρατηγικό πλεονέκτημα από τη χρήση αυτόνομων συστημάτων αυξάνει τον ανταγωνισμό των ισχυρών του πλανήτη και ελαχιστοποιεί τις προσδοκίες διεθνούς συναίνεσης για τη ρύθμιση της ανάπτυξης της στρατιωτικής ΤΝ.
Οι μελλοντικοί πόλεμοι είναι πολύ πιθανό να διεξάγονται μεταξύ συστημάτων αυξημένης αυτονομίας. Το ενδεχόμενο αυτό εγείρει εύλογα ηθικά διλήμματα και καθιστά την ΤΝ, ως μια επιπλέον πιθανή πηγή αστάθειας και αποσταθεροποίησης, σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι επιμέρους παράγοντες που ενδέχεται να επιβαρύνουν το παγκόσμιο καθεστώς ασφάλειας αναλύονται παρακάτω:

  • Μετασχηματισμός απειλών στον κυβερνοχώρο: Η δυνατότητα χρήσης της ΤΝ για στρατιωτικούς και πολιτικούς σκοπούς θα δυσχεράνει την ικανότητα των κρατών να προβλέψουν, να αποδώσουν ευθύνες και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά κακόβουλες ενέργειες στον κυβερνοχώρο. Παράλληλα, η αυξημένη διασύνδεση μεταξύ των ψηφιακών και των φυσικών υποδομών, που εκφράζεται από το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things), θα αυξήσει τις συνέπειες των κυβερνοεπιθέσεων.
  • Κλιμάκωση: Η ανάθεση μιας μεγάλης ποικιλίας ρόλων σε προκατειλημμένα αυτόνομα συστήματα θα καταστήσει περισσότερο πιθανό το ενδεχόμενο παρερμηνείας των προθέσεων του αντιπάλου και ακούσιας κλιμάκωσης. Επιπλέον, η ανάπτυξη ενός ευρύτερου πλέγματος αλληλεπιδραστικών αυτόνομων συστημάτων μπορεί να οδηγήσει σε εχθροπραξίες που κλιμακώνονται με ταχύτητα μηχανής και να θέσει τη διαπραγμάτευση σε δεύτερη μοίρα. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι ορατός ο κίνδυνος ενός αστραπιαίου πολέμου, τον οποίο καμιά πλευρά δεν θα είχε την πρόθεση να ξεκινήσει. Τέλος, η αυτονομία των μη επανδρωμένων συστημάτων θα αυξήσει το εύρος των «ασφαλών» στρατιωτικών επιλογών, οι οποίες θα μπορούν να προκριθούν έναντι μη στρατιωτικών λύσεων, με μεγαλύτερη ευκολία.
  • Ευκολία διάδοσης: Η σταδιακή μείωση του κόστους της τεχνολογίας TN και η δυνατότητα διττής χρήσης της δυσχεραίνουν τον έλεγχο της διάδοσής της.

Εύλογα, εκφράζονται φόβοι για το ενδεχόμενο να αποκτήσουν πρόσβαση σε πανίσχυρες εφαρμογές ΤΝ διάφοροι κακόβουλοι δρώντες, οι οποίοι προφανώς δεν θα ενδιαφέρονται για την υπεύθυνη χρήση της.

  • Στρατηγική σταθερότητα: Η ανάπτυξη προηγμένων αυτόνομων συστημάτων είναι πολύ πιθανό να θέσει σε κίνδυνο τη στρατηγική ισορροπία, η οποία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εξασφαλίζεται μέσω της πυρηνικής αποτροπής και το φόβο της αμοιβαία εξασφαλισμένης καταστροφής (Mutual Assured Destruction - MAD). 
    Οι παγκόσμιοι ηγέτες μπορεί να θεωρήσουν (λανθασμένα ή όχι, δεν έχει μεγάλη σημασία) ότι οι δικές τους δυνατότητές στην ΤΝ υπονομεύουν τις δυνατότητες δεύτερου πλήγματος (second-strike capabilities) του αντιπάλου και να προβούν με μεγαλύτερη ευκολία στο πρώτο πλήγμα. 
  • Διεθνής ανταγωνισμός: Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αντίθεση με άλλες στρατιωτικές τεχνολογίες αιχμής, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ δεν θα έχουν το μονοπώλιο στην ανάπτυξη της στρατιωτικής ΤΝ. Αυτή η νέα πραγματικότητα εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την κλιμάκωση του διεθνούς ανταγωνισμού και την τροφοδότηση ενός φαύλου κύκλου ανασφάλειας. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι πιθανό να τεθούν σε δεύτερη μοίρα οι κανόνες ηθικής και τα ζητήματα ασφάλειας, αξιοπιστίας και διαφάνειας της ΤΝ. Συμπερασματικά, η ραγδαία εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης εγείρει πλήθος προκλήσεων, οι οποίες επηρεάζουν σχεδόν κάθε πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όλες αυτές οι προκλήσεις συγκλίνουν σε μια κοινή αφετηρία: 

τον φόβο ότι η ανάπτυξη πλήρως αυτόνομων μηχανών μπορεί να οδηγήσει σε καταστάσεις, στις οποίες ο άνθρωπος δεν θα είναι ο πρωταγωνιστής. Η ανάπτυξη στρατιωτικών συστημάτων μεγάλης αυτονομίας και η διττή χρήση μιας τόσο ισχυρής τεχνολογίας αποτελούν δυνητικούς παράγοντες αποσταθεροποίησης του παγκόσμιου καθεστώτος ασφαλείας. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται οι ηθικές και νομικές συνέπειες των στρατιωτικών χρήσεων της ΤΝ. Είναι αδιαμφισβήτητη η ανάγκη ευρείας συναίνεσης για τη ρύθμιση της ανάπτυξης της ΤΝ και τη διασφάλιση της υπεύθυνης χρήσης της. 
Οι σχεδιαστές της Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής οφείλουν να διασφαλίσουν την ομαλή και αποτελεσματική ενσωμάτωση της στρατιωτικής ΤΝ στις λειτουργίες των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος εξαρτάται από τρεις παράγοντες:
(α) την σε βάθος κατανόηση της φύσης, των δυνατοτήτων και των περιορισμών της συγκεκριμένης τεχνολογίας,
(β) τη συνεχή παρακολούθηση της τεχνολογικής εξέλιξης και την επιλογή «έξυπνων» λύσεων που θα λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ισχύος, και
(γ) την καλλιέργεια των απαραίτητων δεξιοτήτων του στρατιωτικού προσωπικού, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής, υπεύθυνη και αξιόπιστη χρήση των συστημάτων αυξημένης αυτονομίας. Αυτό αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες σύγχρονες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η στρατιωτική ηγεσία, σε στενή συνεργασία με την αντίστοιχη πολιτική και το εξειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό της Χώρας.

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από τη μελέτη του συγγραφέα με τίτλο «Τεχνητή Νοημοσύνη: Τεχνολογικό Υπόβαθρο, Προοπτικές και Προκλήσεις από τη Στρατιωτική Χρήση της».  Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της ΑΔΙΣΠΟ «Διακλαδική Επιθεώρηση» Τεύχος 61ο, Νοε. 24-Φεβ.25, σελ.31-44

Εφιάλτης η κατάργηση των Σχολών Υπαξιωματικών

Γράφει Σμχος ε.α. Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος της 30ης σειρας

Με τα όσα παράδοξα συντελούνται στις μέρες μας στο χώρο των ΕΔ και από την διαφαινόμενη υποβάθμιση των ΑΣΣΥ (Ανώτερων Στρατιωτικών Σχολών Υπαξιωματικών), αλλά και τη σίγουρη κατάργησή τους εάν επιτρέψουμε και υλοποιηθεί η αντιδραστική ατζέντα 2030 του κ. Δένδια, βαδίζουμε προς τη δημιουργία ενός στρατεύματος ιδιωτικών προδιαγραφών, της αγοράς!
Ας δούμε λοιπόν ποιες είναι οι αμφιβολίες και τί μπορεί να σημαίνει πρακτικά η κατάργηση των Σχολών μας.
Υπάρχουν πληροφορίες και ερωτήματα που έχουν κατατεθεί προς το ΥΠΕΘΑ, ότι σχεδιάζει εν κρυπτώ τη θεσμοθέτηση του "Σώματος Υπαξιωματικών". Η αλλαγή αυτή είναι βέβαιο ότι θα αλλάξει τη βαθμολογική, υπηρεσιακή και ιεραρχική εξέλιξη των αποφοίτων ΑΣΣΥ, της ραχοκοκαλιάς των ΕΔ, όπως δικαίως αποκαλούνται από εχθρούς και φίλους.
Οι Σύλλογοι των Αποφοίτων ΑΣΣΥ και το Συντονιστικό μας Συμβούλιο, έχουν εκφράσει ανησυχίες και την ολιστική τους αντίθεση, διότι η δημιουργία αυτού του ξένου "Σώματος Υπαξιωματικών", θα σημάνει αυτόματα την υποβάθμιση των αποφοίτων ΑΣΣΥ, την υποδεέστερη ιεραρχική εξέλιξή τους στερώντας τους έξι βαθμούς Αξιωματικού και την καθήλωσή τους σε ένα υποβαθμισμένο, υβριδικό «Σώμα Υπξκών» χωρίς όραμα και προοπτική.
Από τη μεριά των Συλλόγων μας, έχουν γίνει ημερίδες, παρεμβάσεις προς θεσμικούς παράγοντες, ερωτήσεις στη Βουλή των Ελλήνων κι έχουν κατατεθεί τεκμηριωμένες προτάσεις, ώστε να διασφαλιστεί και να εξελιχθεί περεταίρω η επαγγελματική εξέλιξη και η επιχειρησιακή  αξιοκρατία για τους αποφοίτους ΑΣΣΥ.
Ο νόμος 3883/2010 και άλλες διατάξεις, φαίνεται ότι τροποποιούν προς το χειρότερο τη βαθμολογική εξέλιξη των ΑΣΣΥ σε σχέση με προηγούμενος νόμους (ν.2439/1996).
Διατυπώνονται αιτήματα, ώστε όσοι έχουν καταταγεί σε τάξεις που έχουν αδικηθεί να υπαχθούν στο προγενέστερο πλαίσιο, με χρόνους προαγωγών που τους οφείλονται από την πολιτεία.
Αν όμως, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες μας, προχωρήσει η νομοθετική παρέμβαση του ΥΕΘΑ, οι πιθανές επιπτώσεις θα είναι:
- Να μην γίνονται νέες εισαγωγές σπουδαστών στις Σχολές ΑΣΣΥ των ΕΔ.
- Οι απόφοιτοί τους να εντάσσονται σε νέο σώμα με διαφορετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, λιγότερα προνόμια, αλλαγές σε βαθμολογικά κλιμάκια, περιορισμένη εξέλιξη και οικονομικές απολαβές.
-  Αλλαγές σε ότι αφορά, αποδοχές, καθήκοντα, διοικητική θέση, συνταξιοδοτικά και άλλα ευεργετήματα και κατακτήσεις μας.
- Δημιουργία διακρίσεων μεταξύ όσων αποφοίτησαν πριν την αλλαγή και όσων θα αποφοιτούν μετά.
Η κατάργηση των Σχολών ΑΣΣΥ θα έχει πολλαπλές, διαιρετικές επιπτώσεις τόσο λειτουργικές, επιχειρησιακές όσο και κοινωνικές!
Θα δημιουργήσει έλλειψη στελεχών με τεχνικές και επιχειρησιακές γνώσεις (μηχανικούς, τεχνικούς αεροσκαφών, ηλεκτρονικούς κ.λπ.). Η απουσία τους θα αποτυπώσει σημαντικά κενά, μάλιστα σε μια εποχή ανανέωσης και εκσυγχρονισμού των οπλικών συστημάτων των ΕΔ.
Ο απόφοιτος ΑΣΣΥ είναι ο συνδετήριος κρίκος ανάμεσα στους Αξιωματικούς και τους οπλίτες. Η κατάργηση των, θα θέσει σε κίνδυνο τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα των ΕΔ.
Οι ΑΣΣΥ προσφέρουν σε νέους -ες μεσαίων εισοδημάτων, που αγαπούν τις ΕΔ, πρόσβαση σε ποιοτική στρατιωτική εκπαίδευση, σταθερή εργασία και κοινωνική εξέλιξη.
Οι απόφοιτοι ΑΣΣΥ έχουν ιστορικό ρόλο και ιδιαίτερη εξειδίκευση, η κατάργηση τους θα σημαίνει απώλεια εκπαιδευτικής υποδομής και τεχνογνωσίας.
Εναλλακτικές λύσεις (π.χ. πρόσληψη ιδιωτικού τεχνικού προσωπικού) θα είναι ακριβότερες και αναποτελεσματικές.
Οι ΑΣΣΥ έχουν ιστορία δεκαετιών και η κατάργηση των θα οδηγούσε σε σοβαρό επιχειρησιακό κενό, υποβάθμιση της στρατιωτικής εκπαίδευσης, κοινωνικοοικονομικές απώλειες και μακροπρόθεσμη αποδυνάμωση των Ενόπλων Δυνάμεων!
Κύριοι υπεύθυνοι: οι Απόφοιτοι των ΑΣΣΥ διεκδικούμε την αναβάθμισή μας και όχι την κατάργηση των Σχολών μας, την καλύτερη εκπαίδευση και εξέλιξή μας και όχι την υποβάθμισή μας. Πάρτε πίσω την «Ατζέντα 2030», πριν είναι πολύ αργά για όλους εμάς, τις οικογένειές μας και την πατρίδα μας!

Σμχος ε.α. Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος
30ης Σειράς ΣΤΥΑ
Μέλος Δ.Σ./Σ.Α.Σ & Πρόεδρος Σ.Ε.

Η στρατηγική σημασία των Σχολών Υπαξιωματικών

Γράφει ο Επγός (ΤΜΑ) Ιωάννης Γιαννακόπουλος  της 45ης Σειράς ΣΤΥΑ

Οι Σχολές Υπαξιωματικών (ΣΜΥ, ΣΜΥΝ, ΣΜΥΑ) αποτελούν έναν από τους βασικότερους πυλώνες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η αποστολή τους δεν είναι απλώς η παραγωγή στελεχών μεσαίας βαθμίδας, αλλά η καλλιέργεια και η ανάδειξη ανθρώπινου δυναμικού υψηλής ποιότητας, που λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος με δημιουργική και κριτική σκέψη.
Κίνδυνος απαξίωσης
Η επιμονή της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στην ιδέα ενός «Σώματος Υπαξιωματικών» κατά το αμερικανικό πρότυπο, εφόσον εφαρμοστεί αδιακρίτως, στην πράξη θα σημάνει την κατάργηση των ίδιων των Σχολών Υπαξιωματικών.
Διότι ποιος νέος με υψηλές πανελλήνιες επιδόσεις θα επιλέξει να παραμείνει ισόβια υπαξιωματικός, χωρίς προοπτική εξέλιξης, όταν αυτό το ίδιο μπορεί να το επιτύχει κάποιος με χαμηλότερα τυπικά προσόντα μέσω ενός διαγωνισμού ΕΠ.ΟΠ.;
Αν οι Σχολές Υπαξιωματικών υποβαθμιστούν, θα πάψουν να αποτελούν ελκυστικό προορισμό για άριστους μαθητές και θα οδηγηθούν νομοτελειακά στην απαξίωση και το κλείσιμο.
Μια επιπλέον επιλογή για άριστους νέους
Οι Σχολές Υπαξιωματικών αποτελούν μια επιπλέον λύση πέραν των Σχολών Αξιωματικών για άριστους ή πολύ καλούς μαθητές, όπως αποδεικνύουν οι υψηλές βάσεις εισαγωγής τους σε σύγκριση με τις σχολές αξιωματικών.
Προσφέρουν έτσι μια παραπάνω επιλογή σε ευπατρίδες νέους – σε νέους που αγαπούν την πατρίδα και θέλουν να συμβάλουν στην ασφάλεια και στη διαχρονική ιστορική της συνέχεια, ακολουθώντας μια καριέρα στις Ένοπλες Δυνάμεις ως επαγγελματίες υψηλής ποιότητας.
Η υψηλή αξία τους ως ανθρώπινο κεφάλαιο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, όταν αποστρατεύονται, γίνονται περιζήτητοι στην αγορά εργασίας: προσλαμβάνονται εύκολα, συχνά ως overqualified, σε ιδιωτικές εταιρείες συντήρησης αεροσκαφών, πλοίων ή χερσαίου εξοπλισμού. Αυτό καταδεικνύει το επίπεδο εκπαίδευσης και την πρακτική αξία που τους παρέχουν οι στρατιωτικές σχολές.
Η ειδοποιός διαφορά με τις ΗΠΑ
Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι υπαξιωματικοί (NCOs) προέρχονται από τη στρατολόγηση και τη βαθμιαία εξέλιξη εντός των Ενόπλων Δυνάμεων. Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι απόφοιτοι των Σχολών Υπαξιωματικών εισάγονται μέσω Πανελληνίων Εξετάσεων, με υψηλές βάσεις εισαγωγής, και φοιτούν επί τρία έτη σε στρατιωτικά ακαδημαϊκά ιδρύματα.
Η μόρφωση, η παιδεία και η στρατιωτική κουλτούρα που αποκτούν τους καθιστούν ποιοτικά ανάλογους με τους αξιωματικούς, γι’ αυτό και η εξέλιξή τους σε ανώτερους βαθμούς είναι απολύτως δικαιολογημένη.
Η Ελλάδα χρειάζεται ποιότητα, όχι απλή ποσότητα
Η χώρα μας, σε αντίθεση με υπερδυνάμεις που βασίζονται στη μάζα και στον όγκο προσωπικού, στηρίζεται σε περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Επομένως, η ποιότητα των στελεχών είναι κρίσιμη. Οι απόφοιτοι των Σχολών Υπαξιωματικών καλύπτουν αυτό ακριβώς το κενό: με μόρφωση, ακαδημαϊκή συγκρότηση και στρατιωτική εκπαίδευση συνδυάζουν θεωρία και πράξη, προσφέροντας μοναδικό πλεονέκτημα στην επιχειρησιακή ισχύ.
Η ευθύνη της ηγεσίας
Αν η Πολιτεία, παρασυρόμενη από μια εσφαλμένη σύγκριση με τα αμερικανικά πρότυπα, οδηγήσει στην υποβάθμιση και τελικά στην κατάργηση των Σχολών Υπαξιωματικών, το οικοδόμημα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων θα υποστεί καίριο πλήγμα.
Η ευθύνη γι’ αυτό δεν θα βαραίνει μόνο την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά πρωτίστως τους Αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων, οι οποίοι οφείλουν να συμβουλεύσουν με σαφήνεια την πολιτική ηγεσία και να υπερασπιστούν τον στρατηγικό ρόλο των Σχολών.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Οι Σχολές Υπαξιωματικών δεν είναι απλά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Είναι θεσμός στρατηγικής σημασίας, ο οποίος προσφέρει στην Ελλάδα μια πολύτιμη δεξαμενή άριστων νέων που, αντί να κατευθυνθούν αποκλειστικά προς τις πανεπιστημιακές ή αξιωματικές σχολές, βρίσκουν σε αυτές μια παραπάνω επιλογή σταδιοδρομίας με εθνική αποστολή.
Η υποβάθμιση ή κατάργησή τους δεν θα σημάνει εξορθολογισμό, αλλά κατάρρευση με πάταγο ενός συστήματος που εξασφάλιζε για δεκαετίες στην Ελλάδα στελέχη με ανεκτίμητη αξία – στελέχη που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος σε ειρήνη και σε κρίση.

Επγός Ιωάννης Γιαννακόπουλος (45η Σειρά ΣΤΥΑ)
Εκπαιδευτής/Δοκιμαστής Μηχανικός Πτήσεων
C-130H/B AUP, P-3 B

Παρατίθεται άρθρο του Σμηναγού (ΤΜΑ) ε.α. κ. Μάρκου Κωνσταντίνου της 22ας σειράς ΣΤΥΑ, ως απάντηση σε άρθρο του προέδρου του ΜΤΑ Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. κ. Κωνσταντίνου Ιατρίδη για το πολυνομοσχέδιο και το Σώμα Υπαξιωματικών.

Απάντηση σε άρθρο Αντιπτεράρχου κ. Ιατρίδη που αναρτήθηκε σε περιοδικό τύπο με το οποίο συμφωνεί καθολικά με τις μεταρρυθμίσεις και αναβαθμίσεις που προτείνει ο ο Υπουργός Άμυνας κ. Δένδιας.

....Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις παρουσιάζονται ως αναγκαίος εκσυγχρονισμός για την ενίσχυση της αποτροπής και της επιχειρησιακής ευελιξίας. Ωστόσο, πίσω από αυτήν τη ρητορική κρύβεται μια ουσιαστική αντίφαση: ενώ γίνεται λόγος για στρατό που θα ενσωματώνει τεχνητή νοημοσύνη, μη επανδρωμένα μέσα και κυβερνοδυνατότητες, οι Σχολές ΑΣΣΥ διολισθαίνουν σε εκπαιδευτικό επίπεδο πρώην ΙΕΚ, στερώντας από τους αποφοίτους ουσιαστική ακαδημαϊκή αναβάθμιση και καθηλώνοντάς τους στην οροφή του Ανθυπασπιστή.

Το αποτέλεσμα είναι στρατηγικά επικίνδυνο: η χώρα χάνει σταδιακά τη βαθμίδα των «μέσων αξιωματικών», στελεχών που, μέσα από πολυετή παραμονή σε καθήκοντα Υπαξιωματικών στη πρώτη γραμμή, συσσωρεύουν εμπειρία, τεχνική επάρκεια και διοικητική ωριμότητα ανεκτίμητη για τη συνοχή και την επιχειρησιακή συνέχεια.

Αυτοί οι αξιωματικοί υπήρξαν ιστορικά ο σκελετός της τεχνικής υποστήριξης και της καθημερινής λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων – ένας πολλαπλασιαστής ισχύος που δεν αναπληρώνεται ούτε από νεοτοποθετημένους αξιωματικούς χωρίς εμπειρία, ούτε από υπαξιωματικούς χωρίς προοπτική εξέλιξης.

Κι όμως, είναι τουλάχιστον παράδοξο –αν όχι αχαριστία– να υπερασπίζεται σήμερα ένας Αντιπτέραρχος πολιτικές που απαξιώνουν το ακαδημαϊκό και επαγγελματικό κύρος των ΑΣΣΥ, όταν οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι υπήρξαν για δεκαετίες η εγγύηση της διαθεσιμότητας των αεροσκαφών, της ποιότητας συντήρησης και της ασφαλούς διεξαγωγής των αποστολών που στήριξαν και τη δική του σταδιοδρομία.

Εάν πράγματι στόχος είναι ο στρατηγικός εκσυγχρονισμός, τότε αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί με ακρωτηριασμένη την ακαδημαϊκή και επαγγελματική πορεία των στελεχών. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε ένα στράτευμα με δομές 21ου αιώνα αλλά προσωπικό εγκλωβισμένο σε πρότυπα παρελθόντος, με σαφώς μειωμένη πραγματική αποτρεπτική ισχύ.

Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται σε οργανωτικά σχήματα. Η λύση βρίσκεται στην ουσιαστική ακαδημαϊκή ανωτατοποίηση των ΑΣΣΥ, στη σύνδεσή τους με πανεπιστημιακά προγράμματα και στην αξιοποίηση διεθνών προτύπων εκπαίδευσης. Μόνο έτσι θα εξασφαλιστεί ένα στράτευμα τεχνολογικά σύγχρονο, αλλά και με ανθρώπινο δυναμικό ικανό να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος με γνώση, εμπειρία και προοπτική.