Το ν/σ του ΥΠΕΘΑ και η σύγκριση με την Boeing

Γράφει ο Επγός (ΤΜΑ) Ελευθέριος Μαρκάκης της 44ης Σειράς ΣΤΥΑ

Ως απόφοιτος της Σχολής Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), ευρισκόμενος λίγα χρόνια πριν την ολοκλήρωση μιας πορείας 33 και πλέον ετών στην Πολεμική Αεροπορία, αισθάνομαι την ηθική υποχρέωση να καταθέσω την ταπεινή μου άποψη στον δημόσιο διάλογο. Αφορμή αποτελεί το νομοσχέδιο του ΥΠΕΘΑ για τη «νέα εποχή» των Ενόπλων Δυνάμεων και ειδικότερα η πρόβλεψη για τον αποκλεισμό της εξέλιξης των αποφοίτων ΑΣΣΥ (Ανώτερων Στρατιωτικών Σχολών Υπαξιωματικών) στο σώμα των Αξιωματικών.
Ως Τεχνικός Μηχανοσυνθέτης, θα μιλήσω ρεαλιστικά για το μετερίζι που υπηρετώ μια ζωή. Θα χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα προς αποφυγή (case study) την πρόσφατη κατάρρευση της αξιοπιστίας του κολοσσού της αεροναυπηγικής, της Boeing. Οι λόγοι που οδήγησαν μια εταιρεία-πρότυπο σε θανατηφόρα δυστυχήματα και κρίση εμπιστοσύνης, παρουσιάζουν ανησυχητικές ομοιότητες με τη φιλοσοφία που φαίνεται να προωθεί το νέο νομοσχέδιο.
Η κοινή συνισταμένη βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματος: Η υποβάθμιση της τεχνικής γνώσης και εμπειρίας έναντι της διοικητικής εξουσίας.
Ας δούμε πώς το «μοντέλο της πτώσης της Boeing» αποτελεί προειδοποίηση για την περίπτωση των αποφοίτων ΣΤΥΑ (νυν ΣΜΥΑ) και τις αλλαγές στην εξέλιξή τους:

1. Η Αποκοπή της Διοίκησης από το «Πεδίο»
Στην Boeing, η καταστροφή ξεκίνησε όταν η διοίκηση μεταφέρθηκε από τα εργοστάσια του Σιάτλ στα γραφεία του Σικάγο. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν πλέον από μάνατζερ που δεν είχαν «λερώσει τα χέρια τους με λάδια» και αγνοούσαν τις τεχνικές πραγματικότητες. Στο ΥΠΕΘΑ, αν οι Τεχνικοί της "πρώτης γραμμής" (απόφοιτοι ΣΤΥΑ) αποκλειστούν από τους βαθμούς των Αξιωματικών, αυτό σημαίνει ότι στα κλιμάκια λήψης αποφάσεων θα εκλείψει η φωνή της πρακτικής εμπειρίας. Οι αποφάσεις για τη συντήρηση και την ασφάλεια θα λαμβάνονται από ανθρώπους που, ενδεχομένως, δεν αντιλαμβάνονται πλήρως τις τεχνικές λεπτομέρειες.

2. Η Απαξίωση της Εμπειρίας και το Brain Drain
Όταν οι μηχανικοί της Boeing ένιωσαν ότι η εταιρεία δεν τους σέβεται και ότι διοικούνται από «λογιστές», το ηθικό κατέρρευσε και οι έμπειροι έφυγαν. Στην Πολεμική Αεροπορία, ένας άριστος απόφοιτος ΣΤΥΑ με 20 χρόνια εμπειρίας στο F-16, γνωρίζοντας πλέον ότι η καριέρα του έχει χαμηλό «ταβάνι» και ότι θα αντιμετωπίζεται ως μόνιμα κατώτερος, οδηγείται σε επαγγελματική εξουθένωση. Αυτοί οι άνθρωποι είναι οι θεματοφύλακες της ασφάλειας πτήσεων. Αν αισθανθούν «πολίτες δεύτερης κατηγορίας», η αφοσίωση στη λεπτομέρεια μπορεί να διαβρωθεί, ή απλώς θα παραιτηθούν για τον ιδιωτικό τομέα, στερώντας από την Πολεμική Αεροπορία κρίσιμη τεχνογνωσία που δεν αναπληρώνεται εύκολα.

3. Η «Σιωπή» των Ειδικών
Στην Boeing καλλιεργήθηκε μια κουλτούρα φόβου, όπου ο μηχανικός δίσταζε να πει στον μάνατζερ «αυτό δεν πετάει». Η στρατιωτική δομή είναι εκ φύσεως ιεραρχική. Αν όμως θεσμοθετηθεί ότι ο Τεχνικός είναι δομικά αποκομμένος από το Σώμα των Αξιωματικών, δυσχεραίνεται η δυνατότητά του να προτάξει το τεχνικό του κριτήριο σε θέματα ασφάλειας απέναντι σε ανωτέρους που πιέζουν για «διαθεσιμότητες».

4. Ο Κίνδυνος του Ελιτισμού
Στην Boeing, η διάκριση μεταξύ της ελίτ των μάνατζερ και των μηχανικών δημιούργησε στεγανά. Το προωθούμενο νομοσχέδιο ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύσει τεχνητά στεγανά μεταξύ αποφοίτων παραγωγικών σχολών. Αγνοεί ότι στη σύγχρονη αεροπλοΐα, το αεροσκάφος είναι μια πολύπλοκη πλατφόρμα, όπου ο ρόλος του τεχνικού είναι εξίσου κρίσιμος με του χειριστή.

Συμπέρασμα:
Η ιστορία διδάσκει ότι όταν ένας αεροπορικός οργανισμός παύει να δίνει προοπτική στους ανθρώπους που γνωρίζουν «πώς δουλεύουν οι μηχανές» και δίνει όλη την εξουσία σε αυτούς που απλώς τις διοικούν, το αποτέλεσμα είναι νομοτελειακά η πτώση της ποιότητας και της ασφάλειας. Αν το ΥΠΕΘΑ προχωρήσει σε αυτή την τομή, κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα προσωπικό «φθηνότερο» και πιο ελεγχόμενο, αλλά να χάσει την ψυχή της τεχνικής υποστήριξης:  το κίνητρο, την εμπειρία και το φιλότιμο των μηχανικών της.

Και στην αεροπορία, αυτά τα στοιχεία δεν είναι πολυτέλεια, είναι όρος επιβίωσης.



Η σιωπή της ηγεσίας μπροστά στον όρκο των Υπαξιωματικών

Γράφει ο Σγος ε.α. Αθανάσιος Μαλέτσικας της 29ης Σειράς

Δεν πρόκειται για σιωπή άγνοιας, ούτε για σιωπή αναμονής. Είναι η σιωπή εκείνης που όφειλε να μιλήσει. Της ηγεσίας. Και αυτή η σιωπή δεν είναι απλώς αμηχανία. Είναι πολιτική πράξη με στολή.
Και απέναντί της στέκεται ο όρκος των Υπαξιωματικών. Εκείνων, που παραμένουν όρθιοι, πειθαρχημένοι και πιστοί, λίγο πριν από την υποβάθμισή τους.
Η στάση της ηγεσίας απέναντι σε ένα νομοσχέδιο, που αποδομεί τη φυσιογνωμία και ανατρέπει το μέλλον των Υπαξιωματικών, δεν είναι θεσμική ουδετερότητα. Είναι επιλογή. Είναι αποστασιοποίηση από τους ανθρώπους της. Και το μήνυμα είναι σαφές: «Δεν θα συγκρουστούμε για εσάς».
Όμως τα γαλόνια δεν είναι απλώς στοιχείο ιεραρχίας. Αποτελούν υπενθύμιση ευθύνης. Μιας ευθύνης που δεν περιορίζεται στο πρωτόκολλο, ούτε εξαντλείται στη θέση ότι «θα εφαρμοστεί ό,τι αποφασιστεί». Ηγεσία σημαίνει, να επισημαίνεις έγκαιρα όταν διακυβεύεται η συνοχή, να δίνεις φωνή στην εμπειρία δεκαετιών πριν αυτή απαξιωθεί, και να στέκεσαι σταθερά όταν η βάση δοκιμάζεται. Διαφορετικά, ο ρόλος της ηγεσίας κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια τυπική διαχείριση, απομακρυσμένη από το ουσιώδες.
Οι Υπαξιωματικοί, δεν είναι διαδρομή χωρίς προοπτική βαθμολογικής και θεσμικής εξέλιξης, ούτε πρόβλημα προς «εξορθολογισμό». Είναι η επιχειρησιακή μνήμη των Μονάδων. Είναι αυτοί που κρατούν τα συστήματα ζωντανά, τη συνέχεια της λειτουργίας, την εφαρμογή των αποφάσεων. Είναι εκείνοι που γεφυρώνουν τη θεωρία με την πράξη, τον σχεδιασμό με την πραγματικότητα. Όταν αυτοί αντιμετωπίζονται ως αριθμητικό μέγεθος, ή ως βαθμολογική εκκρεμότητα, η θεσμική ακινησία της ηγεσίας δεν είναι απλώς ατυχής. Είναι επικίνδυνη.
Και εδώ προκύπτει το πιο θλιβερό στοιχείο όλων. Το φαινόμενο, «Στρατηγοί να εγκαταλείπουν τους συμπολεμιστές τους». Όχι σε καιρό κρίσης στο πεδίο, αλλά σε κρίσιμη στιγμή θεσμικής επιβίωσης. Αξιωματικοί, που ανδρώθηκαν επαγγελματικά δίπλα σε Υπαξιωματικούς, που στηρίχθηκαν στη γνώση τους, στην εμπειρία τους, στην αφοσίωσή τους, σήμερα, ως ηγεσία, κρατούν το στόμα κλειστό όταν αυτοί υποβαθμίζονται. Είναι μια στάση που πονά. Πολύ περισσότερο από κάθε αρνητική δήλωση.
Οι Υπαξιωματικοί δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν αναγνώριση ρόλου, προοπτική, δικαιοσύνη. Ζητούν να μη μετατραπούν σε αναλώσιμο υλικό, ή σε πρόβλημα προς μετατόπιση. Όταν βλέπουν στρατηγούς, να αποστρέφουν το βλέμμα, και να κρύβονται πίσω από τη φράση «πολιτική απόφαση», αυτό που καταρρέει δεν είναι μόνο η εμπιστοσύνη. Καταρρέει η ίδια η έννοια της στρατιωτικής οικογένειας. Και όταν, σε μια οικογένεια κυριαρχεί το «εμείς» και το «εσείς», τότε δεν μιλάμε για οικογένεια, αλλά για μια ιεραρχική συνύπαρξη χωρίς δεσμούς, όπου η στολή ενώνει μόνο εξωτερικά.
Κανείς δεν ζητά από την ηγεσία να κάνει αντιπολίτευση. Ζητείται το αυτονόητο. Θεσμικός λόγος, τεκμηριωμένη ένσταση, καθαρή προειδοποίηση για τις συνέπειες. Να ειπωθεί, ότι η αποδόμηση ρόλων και προοπτικής σκοτώνει το ηθικό. Ότι η θολή πυραμίδα γεννά αδικία. Ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν αντέχουν μεταρρυθμίσεις γραφείου, που αγνοούν το πεδίο. Αυτά δεν είναι πολιτικά. Είναι στρατιωτικά.
Και εδώ δεν υπάρχει γκρίζα ζώνη ευθύνης. Υπάρχουν μόνο δύο ενδεχόμενα.
Αν το νομοσχέδιο αποτελεί εισήγηση της ηγεσίας, τότε πρόκειται για συνειδητή επιλογή ενάντια στο ίδιο της το Σώμα. Μια επιλογή που δεν προέκυψε τυχαία, αλλά απορρέει από μια υποβόσκουσα ΄΄λογική΄΄, η οποία αντιμετωπίζει τους Υπαξιωματικούς, όχι ως θεμέλιο λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά ως μέγεθος προς «αναδιάταξη». Και αυτή η λογική δεν είναι απλώς λανθασμένη, ή τεχνοκρατικά ψυχρή. Είναι πράξη ασέβειας, απέναντι στη μακρόχρονη ιστορία των Υπαξιωματικών. Απέναντι στη γνώση που μεταδόθηκε από γενιά σε γενιά, απέναντι σε ανθρώπους που κράτησαν όρθιες τις Μονάδες, όταν τα σχέδια κατέρρεαν στο πεδίο. Μια τέτοια πράξη, δεν είναι απλώς σφάλμα. Είναι ρήξη με την ίδια τη μνήμη και την ταυτότητα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Αν όμως της επιβλήθηκε, τότε τα πράγματα είναι χειρότερα. Μιλάμε για μια ηγεσία που δεν διαφώνησε, δεν αντέδρασε και δεν προστάτευσε τους ανθρώπους της.
Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ακέραια ευθύνη. Στη δεύτερη υπάρχει απουσία ηγεσίας. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι το ίδιο. Και αφήνει τους Υπαξιωματικούς να καταλάβουν κάτι σκληρό. «Ότι, τη στιγμή που κρίθηκε το μέλλον τους, έμειναν μόνοι».
Η Ιστορία των Ενόπλων Δυνάμεων, δεν γράφεται μόνο με νόμους και ΦΕΚ. Γράφεται με θέσεις και στάσεις. Με τα «ναι» που ειπώθηκαν εύκολα, και με τα «όχι» που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Και κάποτε, όταν το κόστος φανεί στην πράξη, στην εκπαίδευση, στην επιχειρησιακή ετοιμότητα και στο φρόνημα, η επιλογή αυτή θα επιστρέψει. Όχι ως λεπτομέρεια, αλλά ως λογαριασμός.
Δεν θα είναι, όμως, η πρώτη φορά. Και στο παρελθόν επιχειρήθηκε κάτι ανάλογο. Η αλήθεια και η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του χώρου των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, δεν το επέτρεψαν. Υπερίσχυσε η λειτουργική πραγματικότητα και όχι οι σχεδιασμοί επί χάρτου. Οι Υπαξιωματικοί άντεξαν και τότε. Στάθηκαν, στήριξαν και απορρόφησαν τις συνέπειες, υπερασπιζόμενοι στην πράξη την έννοια της στρατιωτικής οικογένειας, ώστε να μη διαρραγεί η συνοχή της. Και έτσι, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, η ίδια η πραγματικότητα θα ακυρώσει κι αυτό το νομοσχέδιο. Το ερώτημα δεν είναι πώς θα κριθεί η σημερινή ηγεσία στο μέλλον. Αυτό, πράγματι, ουδόλως ενδιαφέρει. Το ερώτημα είναι αν η αντοχή θα υπάρξει ξανά, και τι θα συμβεί όταν αυτή πάψει να αρκεί.

Σγος (ΤΜΑ) ε.α. Αθανάσιος Μαλέτσικας
                    29η Σειρά ΣΤΥΑ

Αξιόμαχο χωρίς ανθρώπους δεν υπάρχει

Του Επίτιμου Α/ΓΕΝ, Ναυάρχου Κοσμά Χρηστίδη ΠΝ ε.α

Το τίμημα του ν/σ Δένδια είναι κοινωνικό, θεσμικό και εθνικό

«Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο», έγραφε ο Τόμας Χομπς. Και αιώνες αργότερα, στη σταλινική εκδοχή της εξουσίας, «ένας θάνατος είναι τραγωδία, τα εκατομμύρια στατιστική».
Ο συνδετικός κρίκος των δύο ετεροχρονισμένων φράσεων είναι η τοξική ηγεσία: εκείνη που απαξιώνει τον άνθρωπο στο σύνολο ως αξία και προσωπικότητα για να διασώσει την εξουσία. Δεν διακατέχεται από ηθικές και αξιακές αναστολές.
Η Ιστορία και η φύση συμφωνούν· η τοξική ηγεσία δεν μεταρρυθμίζεται. Σαπίζει ό,τι αγγίζει, ό,τι έρχεται σε στενή επαφή μαζί της, όπως το μουχλιασμένο φρούτο μολύνει το υγιές, έτσι και η τοξική ηγεσία διαβρώνει θεσμούς, ανθρώπους και αποστολές.
Ως Επίτιμος Α/ΓΕΝ θεωρώ υποχρέωσή μου να μιλώ με αίσθημα ευθύνης, θεσμικά και ξεκάθαρα. Να αναγνωρίζω πότε στις Ένοπλες Δυνάμεις επιβάλλονται αποτυχημένα, εισαγόμενα πρότυπα διοίκησης, αποκομμένα από την ιστορική εμπειρία και την ελληνική στρατιωτική κουλτούρα.
Οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται με βιασύνη, συνθήματα ούτε με μικροκομματική ή συντεχνιακή  ιδιοτέλεια αλλά με γνώση, διάλογο, σεβασμό στη θεσμική μνήμη και προπαντός με δικαιοσύνη.
Οι κοινωνικοί καταχραστές επαναλαμβάνουν μονότονα το ίδιο αφήγημα: «να τα αλλάξουμε όλα», «δεν υπάρχει χρόνος», «κατεπείγον». Στην πράξη, όμως, δεν ακούν, δεν συζητούν, δεν κατανοούν και δεν συνθέτουν.
Αγνοούν συνειδητά την ιστορία, τη νοοτροπία, την κουλτούρα και τη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων. Τα επικοινωνιακά οράματα τύπου agenda δεν εμπνέουν· καταρρακώνουν το ηθικό και καλλιεργούν μια τοξική νοοτροπία που σταδιακά γίνεται κανονικότητα.
Το προσωπικό αντιμετωπίζεται όχι ως φορέας εμπειρίας και δεξιοτήτων, αλλά ως μεταβλητό κόστος. Και η αποσάθρωση του ηθικού αποτελεί πάντα προάγγελο θεσμικής και κοινωνικής παρακμής.
Στον χώρο της αμυντικής βιομηχανίας η αποτυχία είναι μετρήσιμη. Ενώ διεθνώς η επιστροφή αξίας προς τις εγχώριες βιομηχανίες φθάνει το 30–50%, στην Ελλάδα περιορίστηκε κάτω από το 3%, παρά τις πομπώδεις εξαγγελίες. Επενδύσαμε σε λύσεις του χθες, σε «ιπτάμενους σκαραβαίους», όταν οι σύγχρονες απειλές απαιτούσαν τεχνολογία, καινοτομία και στρατηγική αυτονομία.
Το αποτέλεσμα είναι χαμένες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και διαρκής εξάρτηση από το εξωτερικό. Τη σωστή συνταγή τη γνωρίζουμε· εφαρμόζεται στο ΠΝ στο Κ/Β ESSM, αλλά στερείται του δημοφιλούς “administration fee”.
Το νέο πολυνομοσχέδιο δεν αποτελεί τομή. Διατηρεί τις παθογένειες, ενισχύει την κάθετη διοίκηση, συναγωνίζεται το ν.δ. 58/68 και αγνοεί τις βασικές αρχές του ν. 660/1977. Δεν επιλύει τις σχέσεις ΥΕΘΑ–Α/ΓΕΕΘΑ–ΓΕ, δεν ενισχύει την αξιοκρατία ενώ εισάγει μικρομάνατζμεντ εις βάρος του προσωπικού μέσω συνεχών «ευέλικτων» αλλαγών οργανικών θέσεων ανά έτος, τοποθετώντας φαινομενικά διαχειριστές αυτών των οργανικών θέσεων τον ανώτατο στρατιωτικό αρχηγό και τους τρεις αρχηγούς των επιτελείων, και μάλιστα, με κεκαλυμμένες οδηγίες του Υπουργείου Οικονομικών. Αυτό δεν είναι εκσυγχρονισμός. Είναι διοικητική αυθαιρεσία.
Η εργασιακή ανασφάλεια που καλλιεργείται δεν αφορά μόνο τους στρατιωτικούς. Αντανακλά μια ευρύτερη αντίληψη διοίκησης που απαξιώνει τον άνθρωπο και τη βλέπουμε πλέον στους δρόμους: αγρότες, αλιείς, μελισσοκόμους, Τέμπη, υποκλοπές…
Το αξιόμαχο, όπως και η δημοκρατία, οικοδομείται με σοβαρή ηγεσία, καθαρές ευθύνες, εμπιστοσύνη και σεβασμό στους ανθρώπους που υπηρετούν.
Όταν η ηγεσία μετατρέπει τους ανθρώπους σε αριθμούς, τότε η στατιστική υποκαθιστά την ευθύνη και η αυθαιρεσία βαφτίζεται αναγκαιότητα. Το μοτίβο είναι γνωστό, επαναλαμβάνεται λίγο πριν τις ετήσιες κρίσεις και συνοδεύεται από πομπώδεις νομοθετικές πρωτοβουλίες και αμφιλεγόμενες συμβάσεις. Μετά… Βουλή… Άρθρο 86…
Το τίμημα, όμως, δεν είναι πολιτικό. Είναι κοινωνικό, θεσμικό και εθνικό.

«Έχω κάτι να πώ διάφανο και ακατάληπτο. Σαν κελαηδητό εν ώρα πολέμου»

Οδυσσέας Ελύτης

ΠΗΓΗ

Μείωση προσωπικού και επιδομάτων στις ΕΔ έως το 2029

Της Ιωάννας Ηλιάδη

Δραστική μείωση στρατιωτικών και επιδομάτων έως το 2029 προβλέπει ο πολυετής προγραμματισμός δαπανών του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, όπως αποτυπώνεται στους επίσημους πίνακες του υπουργείου Οικονομικών.
Πίσω από τις εξαγγελίες για αυξήσεις και τη ρητορική της Ατζέντας 2030, τα στοιχεία στον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό, δείχνουν σταθερή συρρίκνωση της μισθοδοσίας, περικοπή κοινωνικών παροχών και μεταφορά του κόστους λειτουργίας στους ίδιους τους στρατιωτικούς.
Τα κονδύλια για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, που περιλαμβάνουν μισθούς, επιδόματα και εργοδοτικές εισφορές, ακολουθούν σταθερή καθοδική πορεία. Από περίπου 2,95 δισ. ευρώ το 2026, υποχωρούν στα 2,86 δισ. ευρώ το 2029. Πρόκειται για μείωση της τάξης των 80 εκατ. ευρώ σε μια περίοδο που, σύμφωνα με τις δημόσιες δηλώσεις του υπουργού, θα έπρεπε να ενσωματώνεται το κόστος ενός νέου μισθολογίου και η ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού.
Αντί γι’ αυτό, ο προϋπολογισμός προεξοφλεί κάτι διαφορετικό. Ότι η Ατζέντα 2030 δεν σχεδιάστηκε για να στηριχθεί στο υπάρχον προσωπικό, αλλά για να λειτουργήσει με λιγότερους ανθρώπους. Οι αυξήσεις που ανακοινώνονται δεν χρηματοδοτούνται ως πρόσθετη δαπάνη. Χωρούν μόνο επειδή το συνολικό κόστος προσωπικού μειώνεται. Και το κόστος προσωπικού μειώνεται μόνο όταν μειώνεται και το ίδιο το προσωπικό.

PY YPETHA iliadi

Η ίδια λογική διατρέχει και τις κοινωνικές παροχές. Από τα 78,5 εκατ. ευρώ το 2025, το κονδύλι πέφτει στα 64,5 εκατ. ευρώ το 2026 και συνεχίζει καθοδικά έως τα 62,9 εκατ. ευρώ το 2029. Η Ατζέντα 2030 δεν προβλέπει ενίσχυση της κοινωνικής στήριξης των στελεχών. Προβλέπει την υποχώρησή της, μεταφέροντας το κόστος ζωής και υπηρεσίας στον ίδιο τον στρατιωτικό και την οικογένειά του.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η δραστική μείωση των δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες. Από τα περίπου 890 εκατ. ευρώ το 2025, το κονδύλι καταρρέει στα 595 εκατ. ευρώ από το 2026 και παραμένει σε αυτά τα επίπεδα μέχρι το τέλος της περιόδου. Καύσιμα, συντήρηση μέσων, ανταλλακτικά και λειτουργικά έξοδα μονάδων μπαίνουν σε καθεστώς μόνιμης πίεσης. Η Ατζέντα 2030 προϋποθέτει Ένοπλες Δυνάμεις που λειτουργούν με λιγότερα μέσα, αλλά με περισσότερες απαιτήσεις από το προσωπικό.
Την ίδια στιγμή, οι αυξομειώσεις στα πάγια περιουσιακά στοιχεία δείχνουν ότι οι πόροι κατευθύνονται κυρίως σε κύκλους πληρωμών εξοπλιστικών συμβάσεων και όχι σε υποδομές που βελτιώνουν την καθημερινότητα των στελεχών. Η προτεραιότητα είναι σαφής. Ό,τι φαίνεται και ό,τι φωτογραφίζεται, προηγείται. Ό,τι αφορά τον άνθρωπο, συμπιέζεται.
Συνολικά, ο προϋπολογισμός περιγράφει το κοινωνικό και εργασιακό αποτύπωμα της Ατζέντας 2030 του Δένδια. Λιγότερο προσωπικό, λιγότερη στήριξη, περισσότερη πίεση. Όχι ως παρενέργεια, αλλά ως βασική παραδοχή του σχεδιασμού.
Ο Νίκος Δένδιας μπορεί να μιλά για εκσυγχρονισμό και μεταρρυθμίσεις. Οι αριθμοί όμως δείχνουν ότι η Ατζέντα 2030 μεταφράζεται, στην πράξη, σε συρρίκνωση του ανθρώπινου παράγοντα. Και αυτή η επιλογή έχει ήδη καταγραφεί, όχι σε δηλώσεις, αλλά στον ίδιο τον προϋπολογισμό.

ΠΗΓΗ