Τα Γηρατειά
- Εμφανίσεις: 16
Αν η επίγεια ζωή μας δεν αποτελεί ένα τυχαίο συμπαντικό γεγονός, ένα στιγμιαίο φωτεινό αναβόσβημα στην απεραντοσύνη του χρόνου, αλλά ένα προκαθορισμένο στάδιο-σταθμό μεταξύ άλλων επιπέδων, τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε όλες εκείνες τις απόψεις, που μας συνδέουν με το επέκεινα.
Ο χρόνος για τον άνθρωπο αποτελεί την πιο αμείλικτη τιμωρία, που τον αναγκάζει να νοσταλγεί τις όμορφες και τις άσχημες στιγμές που έζησε, αλλά τον προσπέρασαν και να τρέμει μπροστά στον αναπόφευκτο ερχομό του αγνώστου και του μοιραίου τέλους.
Τα γηρατειά έρχονται βαθμιαίως. Ο χρόνος της ζωής μας τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Εδώ και κάποιες δεκαετίες υπάρχει ημέρα αφιερωμένη στα Γηρατειά. Η τρίτη ηλικία κάποτε κατείχε μία εξέχουσα θέση στην κοινωνία και οι παλαίμαχοι της ζωής απολάμβαναν γενικό σεβασμό.
Ποια θέση κατέχουν οι ηλικιωμένοι και προ πάντων οι απόστρατοι της ΠΑ στην ελληνική κοινωνία σήμερα;
Με ποιους τρόπους οφείλει να τους βοηθήσει η οικογένεια, ο κοινωνικός περίγυρος, η ΠΑ και η πολιτεία για να αντιμετωπίσουν καλύτερα τα προβλήματά τους και να έχουν μια ζωή γεμάτη κι ενδιαφέρουσα;
Ποιες αντιστάσεις μπορούν να προβάλλουν οι ίδιοι οι ηλικιωμένοι απέναντι στα γηρατειά;
Η οικογενειακή και η κοινωνική αποδοχή της τρίτης ηλικίας είναι διαφορετική για κάθε περίπτωση. Άλλοι διαβιούν εντός της οικογενειακής γαλήνης μαζί με τα εγγόνια τους, άλλοι περιθωριοποιούνται μακριά από την οικογένεια και άλλοι διαμένουν μόνιμα σε οίκους ευγηρίας, αλλά και σε ιδρύματα που μόνο κατ’ όνομα παρέχουν υπηρεσίες ευγηρίας.
Η Πολεμική Αεροπορία αδιαφορεί (ώτα μη ακουόντων) για τους απόστρατους, οι οποίοι έγραψαν ιστορία όταν υπηρετούσαν,για την περίπτωση εγκατάστασης οίκου ευγηρίας δίπλα στο 251ΓΝΑ, για εκείνους που έχουν άμεση ανάγκη.
Στο τελευταίο σκαλοπάτι της κοινωνικής αποδοχής βρίσκονται οι πλήρως περιθωριοποιημένοι γέροντες, συνήθως πένητες, που βιώνουν τις οδυνηρές συνέπειες της διπλής εγκατάλειψης από τους οικείους και την πολιτεία.
Γενικά, η τρίτη ηλικία στην Ελλάδα, διογκούμενη λόγω της υπογεννητικότητας, έχει εισέλθει σε τροχιά περιθωριοποίησης και κοινωνικού αποκλεισμού.
Σύμφωνα με κριτήρια αξιολόγησης και με βάση τη χρησιμότητα και την προσφορά των ηλικιωμένων γενικά στην κοινωνία, αναφέρεται ότι οι γέροι είναι άχρηστοι!
Η απουσία αποτελεσματικής πρόνοιας (συντάξεις πείνας, ελλιπής ή ανεπαρκής περίθαλψη κ.ά) δημιουργεί συχνά σκανδαλώδεις συνθήκες κοινωνικής αναλγησίας.
Η διάκριση της ζωής σε ηλικίες είναι συμβατική. Η ζωή είναι ενιαία και κάθε στιγμή της είναι ιερή. Οι γέροντες δεν πρέπει να κρίνονται με τα στενόκαρδα κριτήρια της παραγωγικότητας, ούτε να χαρακτηρίζονται ως περιττό φορτίο.
Και τι δεν έδωσαν στη ζωή τους, κατέθεσαν τα πάντα, αγωνίστηκαν, έγραψαν ιστορία και τώρα με το δίκιο τους έχουν απαίτηση να δικαιούνται ισοπολιτεία, ισονομία και σεβασμό.
Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας κρίνεται και από τη στάση της απέναντι στην τρίτη ηλικία.
Ο σεβασμός προς τους γέροντες ήταν υπέρτατη αξία. Τα γηρατειά είναι μια φυσική κατάσταση της ζωής και παλαιότερες κοινωνίες γνώριζαν να τιμούν το θησαύρισμα της πείρας, τη σοφία, την ψυχραιμία και την οξυδέρκεια των πρεσβυτέρων.
Έχοντας αυτά κατά νου, ας αφήσουμε κατά μέρος τις όποιες δικαιολογίες και η ανθρώπινη ευαισθησία να είναι κυρίαρχη στις όποιες αποφάσεις μας απέναντι στα σεβάσμια γηρατειά.
«Μια ιστορία θα σας πω που γνώρισα έναν γέρο, δάκρυσαν τα μάτια μου χωρίς να τόνε ξέρω.
Στου γηροκομείου την αυλή, πάνω σ’ένα παγκάκι, κάθεται ολομόναχο, θλιμμένο γεροντάκι.
Σκέφτεται όσα έκανε, όλα αυτά τα χρόνια και βλέπει πώς κατάντησε σ’αυτή την καταφρόνια.
Ευτυχισμένοι ζούσανε, αυτός κι η φαμελιά του, η όμορφη γυναίκα του, τα δύο τα παιδιά του.
Αυτός και η γυναίκα του, δε χόρταιναν δουλειά, θέλανε τα παιδιά τους, να ζήσουνε καλά.
Γι αυτό και τα μορφώσανε, από το υστέρημά τους, καμάρωναν που γίνονταν, σπουδαία τα παιδιά τους.
Κουράγιο, βρε γυναίκα μου, ώσπου να μεγαλώσουν, είναι παιδιά πολύ καλά, θα μας το ανταποδώσουν.
Τα δυο παιδιά σπουδάσανε και στην Αμερική, κάνανε οικογένεια και μείνανε εκεί.
Από τη στεναχώρια τους, πριν κλείσει ένας χρόνος, πεθαίνει η γυναίκα του και μένει ο γέρος μόνος. Ζήτησε από το αγόρι του να πάει, ο καημένος.
Πατέρα, πολλά μας έκανες και σ’ευχαριστούμε, μα είναι δύσκολα εδώ, με γέροντες να ζούμε.
Ο γέρος του απάντησε, να έχετε την ευχή μου, κι εγώ θα βρω μια γωνιά στο άλλο το παιδί μου.
Μα όταν το ανέφερε στην κόρη του μια μέρα, εκείνη του απάντησε «δεν γίνεται πατέρα».
Σπίτι μεγάλο έχουμε-η κόρη καμαρώνει-μα όσα μέτρα μείνανε, τα κάναμε σαλόνι.
Πόσο ο γέρος λαχταρά, να είναι με τα παιδιά του, να έχει τα εγγόνια του πάνω στα γόνατά του.
Αυτή η σκέψη η γλυκιά τον γέρο αποκοιμίζει, του ιδρύματος η ερημιά, όμως τον τριγυρίζει.
Ο γέρος κοιμήθηκε, με πρόσωπο θλιμμένο, την άλλη μέρα το πρωί τον βρήκαν πεθαμένο».
Επγός ε.α. Βλαχογιάννης Σεβαστός, 9η Σειρά ΣΤΥΑ
