Για τον Κώστα Κοσμίδη

Για τον Κώστα Κοσμίδη

του Γρηγόρη Τσούβαλη της 45ης σειράς

Ο θάνατος του Κώστα, δεν είναι μια είδηση που διαβάζεται και ξεχνιέται. Δεν είναι ένας αριθμός σε μια στατιστική, ούτε μια σύντομη αναφορά σε κάποιο δελτίο. Είναι ένα ρήγμα στον χρόνο, μια σιωπή που απλώνεται βαριά πάνω από μνήμες, πρόσωπα, τραγούδια, γέλια. Είναι η απώλεια ενός ανθρώπου, στα 51 του χρόνια, που δεν υπήρξε απλώς γνωστός, αλλά φίλος, συμμαθητής σε μία στρατιωτική σχολή που λεγόταν τότε... ΣΤΥΑ. Συνοδοιπόρος σε εκείνα τα χρόνια της 45ης Σειράς που μοιάζουν μακρινά κι όμως μένουν ζωντανά μέσα μας.
Θυμάμαι τον Κώστα όπως ήταν τότε: μ’ εκείνο το βλέμμα που συνδύαζε πείσμα και καλοσύνη, με μια αίσθηση για ό,τι κι αν ερχόταν, θα το αντιμετώπιζε όρθιος. Και ύστερα ήταν οι στιγμές της μουσικής.

«Να τραγουδήσω;» Με ρώτησε...
«Φυσικά» του είπα και έτσι ξεκίνησε!
Εκείνες οι πρόβες, τα τραγούδια που λέγαμε ξανά και ξανά, όχι γιατί κυνηγούσαμε την τελειότητα, αλλά γιατί απολαμβάναμε τη συντροφιά. Οι κιθάρες που κουρδίζονταν βιαστικά, οι φωνές που μπερδεύονταν, τα γέλια που έσπαγαν κάθε ένταση. Ο Κώστας τραγουδούσε με την ψυχή του· όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά γιατί έτσι ένιωθε τον κόσμο. Και μέσα σε εκείνους τους ήχους, χωρίς να το ξέρουμε, χτίζαμε μνήμες που σήμερα πονάνε και ταυτόχρονα παρηγορούν.
Πέρασαν τα χρόνια και οι δρόμοι χώρισαν. Ο καθένας πήρε τη δική του πορεία, όμως η επικοινωνία δεν χάθηκε. Μου έστελνε φωτογραφίες από το Αφγανιστάν — εικόνες σκληρές, γεμάτες σκόνη και απόσταση. Πίσω από αυτές, όμως, διέκρινα πάντα τον ίδιο άνθρωπο: εκείνον που άντεχε, που προχωρούσε, που κρατούσε μέσα του κάτι καθαρό. Δεν ήταν εύκολα όσα ζούσε, αλλά δεν παραπονιόταν. Περισσότερο μοιραζόταν, σαν να ήθελε να κρατήσει μια γέφυρα με τον κόσμο που είχε αφήσει πίσω.
Και μετά ήρθαν άλλες εικόνες, τελείως διαφορετικές. Ξεκίνησε να κάνει το χόμπι του, το μεράκι του... δουλειά. Μια νέα αρχή, ένας άλλος κύκλος ζωής. Θυμάμαι τη χαρά του, όχι τόσο για τη δουλειά καθαυτή, αλλά γιατί ένιωθε πως στεκόταν ξανά στα πόδια του, πως προχωρούσε. Είχε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να βρίσκει φως ακόμη και σε μεταβατικές εποχές.
Ύστερα ήρθε ο καιρός του κορωνοϊού. Μια περίοδος βαριά για όλους, αλλά για κάποιους ακόμη περισσότερο. Οι συζητήσεις μας έγιναν πιο συχνές και πιο βαθιές. Μου μιλούσε για δυσκολίες, για αγωνίες, για εκείνη την αόρατη πίεση που ένιωθαν τόσοι άνθρωποι. Δεν ζητούσε λύσεις· ζητούσε απλώς να ακουστεί. Και μέσα σε εκείνες τις κουβέντες καταλάβαινα, πόσο εύθραυστη είναι τελικά η ισορροπία της ζωής.
Κι έπειτα, ξαφνικά, το αδιανόητο. Ένα κέντρο υγείας χωρίς τα απαραίτητα. Ένας γιατρός ειδικευόμενος, μόνος απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τις δυνάμεις του. Ασθενοφόρα που έλειπαν, χρόνος που χανόταν, ένα σύστημα που δεν στάθηκε στο ύψος της στιγμής. Και ο Κώστας… να φεύγει. Όχι επειδή έφτασε το αναπόφευκτο, αλλά επειδή κάτι που όφειλε να λειτουργεί, δεν λειτούργησε.

Εδώ τελειώνει η μνήμη και αρχίζει η οργή.

Γιατί ο θάνατος ενός ανθρώπου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «ατυχές περιστατικό». Δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από γραφειοκρατικές φράσεις και αόριστες ευθύνες. Όταν λείπουν γιατροί, όταν λείπουν ασθενοφόρα, όταν οι δομές υγείας λειτουργούν οριακά, τότε δεν μιλάμε για μοίρα. Μιλάμε για επιλογές. Μιλάμε για προτεραιότητες. Μιλάμε για ένα σύστημα που αφήνει κενά, εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει ασφάλεια.
Και η ευθύνη δεν είναι αφηρημένη. Δεν ανήκει σε κάποιον απρόσωπο μηχανισμό. Η ευθύνη έχει ονόματα, θέσεις, αποφάσεις. Όταν ένας άνθρωπος χάνεται, επειδή δεν υπήρχε η φροντίδα που έπρεπε να υπάρχει, τότε η κοινωνία οφείλει να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια. Όχι για εκδίκηση, αλλά για δικαιοσύνη. Όχι για να ξεχάσει γρήγορα, αλλά για να μην επαναληφθεί.
Το «κατηγορώ» δεν είναι κραυγή θυμού μόνο. Είναι απαίτηση αξιοπρέπειας. Είναι η φωνή που λέει πως κάθε ζωή μετράει, πως κανείς δεν πρέπει να πεθαίνει αβοήθητος σε μια χώρα που θέλει να λέγεται σύγχρονη. Είναι η ανάγκη να μετατραπεί η απώλεια σε ευθύνη, η θλίψη σε αλλαγή.
Όμως, πέρα από όλα, μένει ο άνθρωπος. Ο Κώστας που γελούσε στις πρόβες. Ο Κώστας που έστελνε φωτογραφίες. Ο Κώστας που πάλευε σιωπηλά στις δύσκολες εποχές. Εκείνος δεν χωρά σε καταγγελίες, ούτε σε τίτλους. Χωρά μόνο στη μνήμη. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο βαρύ και το πιο όμορφο μαζί: ότι όσο τον θυμόμαστε, δεν φεύγει πραγματικά.
Ο θάνατός του δεν πρέπει να γίνει απλώς μια θλιβερή ανάμνηση. Πρέπει να γίνει λόγος, για να αλλάξουν όσα τον πρόδωσαν. Γιατί το ελάχιστο που χρωστάμε σε έναν φίλο που έφυγε άδικα, είναι να μη δεχτούμε την αδικία ως κανονικότητα.

Καλό ταξίδι, φίλε μου.

Και συγχώρεσέ μας που ο κόσμος δεν στάθηκε αντάξιος της ζωής σου.

"Αντίο Saint....οι... Sinners σου!!"

Γρηγόρης Τσούβαλης
  45η Σειρά ΣΤΥΑ

* Η ταφή θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 20/2/2026 και ώρα 14:00, στο Γ' Νεκροταφείο Αθηνών.