Από τη Στρατιωτική Περίθαλψη στην Ιδιωτική Ασφάλιση;
- Εμφανίσεις: 1129
Του Αντιστράτηγου ε.α. Σάββα Μανουσαρίδη, Οικονομολόγου
Από τη Στρατιωτική Περίθαλψη στην Ιδιωτική Ασφάλιση; Ένα ερώτημα που ζητά απαντήσεις
Η δημοσίευση του Π.Δ. 36 (ΦΕΚ Α 94/12-6-2026) για την υγειονομική περίθαλψη των στελεχών των ΕΔ, με το οποίο κωδικοποιείται το θεσμικό πλαίσιο υγειονομικής περίθαλψης στα στρατιωτικά νοσοκομεία άνοιξε έντονη συζήτηση μεταξύ των στελεχών των ΕΔ, ε.ε. και ε.α. αλλά και των οικογενειών τους.
Αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 3,15 και 88.
Στο άρθρο 3 παρ. 7 προβλέπεται ότι οι στρατιωτικοί μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης υγείας, ενώ τα Γενικά Επιτελεία (ΓΕ) δύνανται να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ή προγραμματικές συμφωνίες με ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, ώστε να εξασφαλίζονται οικονομικότερες επιλογές για τα στελέχη που επιθυμούν να ασφαλιστούν ιδιωτικά.
Το κόστος βεβαίως, βαρύνει αποκλειστικά τους ίδιους τους στρατιωτικούς.
Την ίδια στιγμή η ΠΟΜΕΝΣ προωθεί πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης μέσω συνεργασίας με ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο απευθύνεται στα μέλη της και στις οικογένειές τους.
Από μόνη της η ύπαρξη ιδιωτικής ασφάλισης δεν είναι ούτε κακή ούτε κατακριτέα.
Σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν πρόσθετη ασφαλιστική κάλυψη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
Γιατί ανακύπτει η ανάγκη για ιδιωτική ασφάλιση σε μια κατηγορία προσωπικού που διαθέτει δικό της θεσμοθετημένο στρατιωτικό σύστημα υγείας;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν διαβάσει κανείς το άρθρο 15 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος.
Η συγκεκριμένη διάταξη αφορά τις οικογένειες των ε.ε. αξιωματικών, ανθυπασπιστών, υπαξιωματικών και οπλιτών, των στελεχών πολεμικής διαθεσιμότητας, των εθελοντών, των ανακατατασσόμενων, των εφέδρων που προβλέπει το άρθρο 1, καθώς και του προσωπικού του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Αφορά επίσης τις οικογένειες των στρατιωτικών συνταξιούχων.
Με άλλα λόγια, αφορά τη στρατιωτική οικογένεια της χώρας.
Σε αυτό, λοιπόν, το άρθρο προβλέπεται ότι η υγειονομική περίθαλψη των μελών των οικογενειών των στρατιωτικών και των στρατιωτικών συνταξιούχων «δύναται να παρέχεται» και στα στρατιωτικά νοσοκομεία, εφόσον υπάρχει σχετική προς τούτο ευχέρεια.
Η διατύπωση αυτή προκαλεί έντνο προβληματισμό.
Δεν αναφέρει ότι η περίθαλψη παρέχεται υποχρεωτικά.
Δεν κατοχυρώνει ένα απόλυτο δικαίωμα.
Αναφέρει ότι μπορεί να παρέχεται, εφόσον το επιτρέπουν οι δυνατότητες του συστήματος.
Έτσι δημιουργείται μια εύλογη απορία: Από τη μία πλευρά, το κράτος αναγνωρίζει και διευκολύνει την ανάπτυξη ιδιωτικών ασφαλιστικών επιλογών για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.
Από την άλλη πλευρά, για τα μέλη των οικογενειών των ίδιων στελεχών δεν κατοχυρώνεται ανεπιφύλακτο δικαίωμα πρόσβασης στα στρατιωτικά νοσοκομεία, αλλά εξαρτάται από την εκάστοτε «ευχέρεια».
Το μήνυμα που εκπέμπεται προς τα στελέχη είναι αντιφατικό.
Αν το στρατιωτικό υγειονομικό σύστημα είναι επαρκές και μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των στρατιωτικών οικογενειών, τότε γιατί αναδεικνύεται τόσο έντονα η ιδιωτική ασφάλιση;
Αν, αντίθετα, υπάρχουν πραγματικά προβλήματα επάρκειας, τότε η συζήτηση δεν θα έπρεπε να επικεντρώνεται στην επέκταση των ιδιωτικών λύσεων, αλλά στην ενίσχυση των στρατιωτικών νοσοκομείων με προσωπικό, υποδομές και πόρους.
Οι στρατιωτικοί ε.ε. και ε.α. καταβάλλουν επί δεκαετίες εισφορές υπέρ των στρατιωτικών νοσοκομείων.
Υπηρετούν σε ακριτικές περιοχές, σε πλοία, σε αεροπορικές μοίρες, σε μονάδες αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας, συχνά υπό ιδιαίτερα απαιτητικές και επικίνδυνες συνθήκες.
Είναι εύλογο να θεωρούν ότι η υγειονομική κάλυψη των οικογενειών τους αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας και όχι προαιρετική παροχή που εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα κλινών ή την ύπαρξη «ευχέρειας».
Η διατύπωση του άρθρου 15 δεν είναι νέα. Σχεδόν ταυτόσημη πρόβλεψη υπήρχε ήδη στο άρθρο 6 του Ν.154/1975 (ΦΕΚ Α΄185), σύμφωνα με το οποίο η περίθαλψη των μελών οικογένειας των στρατιωτικών και των στρατιωτικών συνταξιούχων στα στρατιωτικά νοσοκομεία παρέχεται «εφόσον υφίσταται σχετική προς τούτο ευχέρεια».
Βεβαίως, η συγκεκριμένη πρόβλεψη θεσπίστηκε σε μια εντελώς διαφορετική ιστορική περίοδο, αμέσως μετά τα γεγονότα της Κύπρου και σε συνθήκες αυξημένων επιχειρησιακών απαιτήσεων για τις ΕΔ.
Ωστόσο το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι γιατί θεσπίστηκε το 1975, αλλά αν οι ίδιες συνθήκες εξακολουθούν να δικαιολογούν τη διατήρησή της το 2026, ιδιαίτερα όταν το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο διευρύνει τη διάθεση πόρων των στρατιωτικών νοσοκομείων προς άλλες κατηγορίες δικαιούχων και προς το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Πριν από πενήντα χρόνια, οι δικαιούχοι περίθαλψης στα στρατιωτικά νοσοκομεία ήταν σαφώς λιγότεροι και το σύστημα εξυπηρετούσε κατά κύριο λόγο τη στρατιωτική κοινότητα.
Από την άλλη πλευρά, στο ίδιο ακριβώς Προεδρικό Διάταγμα, σε σειρά άλλων κατηγοριών δικαιούχων που δεν ανήκουν στον πυρήνα του στρατιωτικού προσωπικού, αναφέρεται ρητώς ότι «παρέχεται δικαίωμα υγειονομικής περίθαλψης» στα στρατιωτικά νοσοκομεία.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, λειτουργοί του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και πρώην βουλευτές, στελέχη και συνταξιούχοι της ΕΥΠ, υπάλληλοι του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Εξωτερικών, πολιτικοί υπάλληλοι του Πυροσβεστικού Σώματος, υπάλληλοι της Πολιτικής Προστασίας, μόνιμοι κάτοικοι νησιωτικών περιοχών, ανασφάλιστοι πολίτες και άλλες ειδικές κατηγορίες δικαιούχων.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Πολιτεία μπορεί να παρέχει πρόσβαση στα στρατιωτικά νοσοκομεία και σε άλλες κατηγορίες πολιτών, εφόσον υφίσταται σχετική προς τούτο ευχέρεια.
Το ερώτημα όμως παραμένει: Γιατί οι οικογένειες των στρατιωτικών αντιμετωπίζονται με μία πιο αδύναμη και επιφυλακτική διατύπωση από αυτή που συναντά κανείς σε πολλές άλλες διατάξεις του ίδιου Κώδικα;
Γιατί για τα μέλη οικογενειών των ε.ε. και ε.α. στρατιωτικών, δεν κατοχυρώνεται αντίστοιχο δικαίωμα, αλλά προβλέπεται ότι η περίθαλψη «δύναται να παρέχεται», εφόσον υπάρχει σχετική ευχέρεια.
Πώς είναι δυνατόν σε τρίτους δικαιούχους, οι οποίοι δεν έχουν οργανική σχέση με τις Ένοπλες Δυνάμεις, να αναγνωρίζεται ευθέως δικαίωμα πρόσβασης στα στρατιωτικά νοσοκομεία, ενώ για τις οικογένειες εκείνων που υπηρετούν ή υπηρέτησαν επί δεκαετίες στις Ένοπλες Δυνάμεις η πρόσβαση να τελεί υπό την προϋπόθεση ύπαρξης «ευχέρειας»;
Ποια είναι η λογική αυτής της διαφοροποίησης;
Ποιο δημόσιο συμφέρον εξυπηρετεί;
Και κυρίως, ποιο μήνυμα στέλνει στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, όταν οι οικογένειές τους φαίνεται να απολαμβάνουν ασθενέστερη θεσμική κατοχύρωση από άλλες κατηγορίες δικαιούχων;
Όσο αυξάνονται οι δικαιούχοι χωρίς αντίστοιχη αύξηση των διαθέσιμων πόρων, των υποδομών και του προσωπικού, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος η «ευχέρεια» να μετατραπεί σε πραγματικό περιορισμό για τις οικογένειες των στρατιωτικών.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και το άρθρο 88 του Π.Δ. 36/2026, με το οποίο επανέρχονται ουσιαστικά οι αρχικές προβλέψεις της ΚΥΑ Υ4α/137327/09.11.2010 (ΦΕΚ Β΄ 1757), οι οποίες είχαν τροποποιηθεί μεταγενέστερα με τις ΚΥΑ Υ4α/οικ.18421/14.02.2011 (ΦΕΚ Β΄ 257) και Φ.700/54/83604/Σ.466/31.08.2011 (ΦΕΚ Β΄ 1948).
Επίσης, με τη νέα ρύθμιση αυξάνεται εκ νέου ο αριθμός των κλινών που διατίθενται από τα στρατιωτικά νοσοκομεία για την εξυπηρέτηση περιστατικών του Εθνικού Συστήματος Υγείας, σε σχέση με το καθεστώς που ίσχυε μέχρι σήμερα.
Παράλληλα, επανέρχεται το διευρυμένο ωράριο διακομιδών ασθενών μέσω ΕΚΑΒ προς τα στρατιωτικά νοσοκομεία από 07:00 έως 20:00, όπως προέβλεπε η αρχική ΚΥΑ του 2010, αντί του περιορισμένου ωραρίου 07:00 έως 14:30 που είχε καθοριστεί με τις τροποποιήσεις του 2011.
Το γεγονός αυτό γεννά εύλογα ερωτήματα.
Ενώ το ίδιο Προεδρικό Διάταγμα προβλέπει ότι η περίθαλψη των μελών οικογενειών των στρατιωτικών και των στρατιωτικών συνταξιούχων στα στρατιωτικά νοσοκομεία παρέχεται μόνο «εφόσον υφίσταται σχετική προς τούτο ευχέρεια», ταυτόχρονα διευρύνονται οι δυνατότητες διάθεσης κλινών και υποδομών προς το Ε.Σ.Υ., χωρίς να προκύπτει ότι έχει προηγηθεί αξιολόγηση της επάρκειας των στρατιωτικών νοσοκομείων σε ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό.
Με δεδομένες τις γνωστές ελλείψεις που αντιμετωπίζουν σήμερα πολλά στρατιωτικά νοσοκομεία, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, αν οι νέες αυτές υποχρεώσεις μπορούν να υποστηριχθούν χωρίς να επηρεαστεί η εξυπηρέτηση των ίδιων των στελεχών των ΕΔ και των οικογενειών τους.
Η ιδιωτική ασφάλιση μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά.
Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τον θεσμικό ρόλο του στρατιωτικού υγειονομικού συστήματος.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη παράμετρος που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Εν ενεργεία και οι εν αποστρατεία στρατιωτικοί καταβάλλουν κάθε μήνα εισφορά υπέρ του ΝΙΜΤΣ, η οποία παρακρατείται από τις αποδοχές και τις συντάξεις τους.
Πρόκειται για μία υποχρεωτική και διαχρονική οικονομική συμβολή των ίδιων των στρατιωτικών στη στήριξη του στρατιωτικού υγειονομικού συστήματος.
Αντίθετα πολλές από τις λοιπές κατηγορίες δικαιούχων που περιλαμβάνονται στον ίδιο Κώδικα, αποκτούν πρόσβαση στα στρατιωτικά νοσοκομεία χωρίς να έχουν αντίστοιχη υποχρέωση καταβολής εισφοράς υπέρ του ΝΙΜΤΣ ή άλλου ΣΝ.
Οι ρυθμίσεις του εν λόγω κώδικα προκαλούν προβληματισμό και ανησυχία αν ληφθεί υπόψη η πραγματική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στα στρατιωτικά νοσοκομεία.
Τα τελευταία χρόνια η Πολιτεία διευρύνει συνεχώς τον αριθμό των δικαιούχων περίθαλψης, προσθέτοντας νέες κατηγορίες πολιτών και κρατικών λειτουργών.
Την ίδια στιγμή όμως οι δυνατότητες των στρατιωτικών νοσοκομείων δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό.
Οι ελλείψεις σε ιατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό είναι γνωστές.
Οι αναμονές για εξωτερικά ιατρεία, διαγνωστικές εξετάσεις και χειρουργικές πράξεις σε αρκετές περιπτώσεις είναι μεγάλες.
Κρίσιμες ειδικότητες αντιμετωπίζουν προβλήματα στελέχωσης, ενώ το προσωπικό συχνά εργάζεται στα όρια των δυνατοτήτων του.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο νομικό.
Είναι βαθιά πρακτικό.
Πώς είναι δυνατόν να αυξάνονται συνεχώς οι δικαιούχοι όταν οι ίδιοι οι στρατιωτικοί και οι οικογένειές τους αντιμετωπίζουν ήδη δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας;
Και πώς είναι δυνατόν μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι οικογένειες των στρατιωτικών να ενημερώνονται ότι η περίθαλψή τους «δύναται να παρέχεται εφόσον υφίσταται σχετική προς τούτο ευχέρεια»;
Όταν μιλάμε για την οικογένεια του στρατιωτικού, ουσιαστικά μιλάμε για την ίδια την υπόστασή του. Διότι, πίσω από κάθε στρατιωτικό υπάρχει μια σύζυγος, ένας σύζυγος, παιδιά και γονείς που μοιράστηκαν τις συνέπειες της στρατιωτικής ζωής.
Γιατί οι σύζυγοι και τα παιδιά των στρατιωτικών δεν υπήρξαν ποτέ απλοί παρατηρητές της στρατιωτικής ζωής.
Βίωσαν τις συνεχείς μεταθέσεις, την αβεβαιότητα, τις ανατροπές στον οικογενειακό προγραμματισμό, τις πολύμηνες απουσίες και την αγωνία που συνοδεύει κάθε άσκηση, κάθε αποστολή και κάθε περίοδο κρίσης.
Πόσα παιδιά στρατιωτικών αναγκάστηκαν να αλλάξουν σχολείο δύο, τρεις, τέσσερις ή και περισσότερες φορές μέχρι να ολοκληρώσουν τη σχολική τους ζωή;
Πόσα άφησαν πίσω φίλους, συμμαθητές και ολόκληρο το κοινωνικό τους περιβάλλον επειδή η πατρίδα χρειαζόταν τον πατέρα ή τη μητέρα τους σε άλλη πόλη, σε άλλο νησί ή σε άλλη μονάδα;
Πόσες σύζυγοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν επαγγελματικές προοπτικές και να ξεκινήσουν από την αρχή σε έναν νέο τόπο;
Πόσες οικογένειες έζησαν για χρόνια στον Έβρο, στα ακριτικά νησιά και στις παραμεθόριες περιοχές της χώρας, μακριά από συγγενείς, φίλους και υποστηρικτικά δίκτυα;
Η στρατιωτική ζωή δεν αφορά μόνο αυτόν που φορά τη στολή.
Τη ζει καθημερινά ολόκληρη η οικογένεια.
Δηλαδή οι οικογένειες των ανθρώπων που επί δεκαετίες μετακινούνταν από φρουρά σε φρουρά, από νησί σε νησί και από μετάθεση σε μετάθεση.
Οι οικογένειες που στήριξαν την αποστολή των ΕΔ χωρίς ποτέ να ερωτηθούν αν συμφωνούν με τις θυσίες που τους επιβλήθηκαν.
Οι οικογένειες των ανθρώπων που πληρώνουν κάθε μήνα εισφορά υπέρ του ΝΙΜΤΣ.
Οι οικογένειες των ανθρώπων που υπηρέτησαν την πατρίδα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Και η προσφορά αυτή δεν σταματά την ημέρα της αποστρατείας, ούτε διαγράφεται με την παράδοση μιας ταυτότητας.
Όλοι αυτοί πληροφορούνται σήμερα ότι η πρόσβασή τους στα στρατιωτικά νοσοκομεία εξαρτάται από το αν υπάρχει «σχετική ευχέρεια».
Μία λέξη που προκαλεί προβληματισμό.
Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται τελικά σε μία μόνο λέξη.
«Ευχέρεια».
Όχι δικαίωμα.
Όχι υποχρέωση της Πολιτείας.
Όχι θεσμική μέριμνα.
Αλλά «ευχέρεια».
Η Πολιτεία οφείλει να αναρωτηθεί αν αυτό είναι πράγματι το μήνυμα που θέλει να στείλει στη στρατιωτική οικογένεια.
Γιατί τότε δεν τίθεται μόνο θέμα υγειονομικής πολιτικής.
Τίθεται θέμα δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας.
Και τελικά τίθεται θέμα σεβασμού απέναντι σε ανθρώπους που υπηρέτησαν την πατρίδα χωρίς ποτέ να φορέσουν στολή, αλλά έζησαν τη στρατιωτική ζωή στο πετσί τους!
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι αν μια ασφαλιστική εταιρεία προσφέρει ένα ελκυστικό πρόγραμμα ούτε αν μια συνδικαλιστική ομοσπονδία εξασφαλίζει προνομιακούς όρους για τα μέλη της.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι αν η Πολιτεία εγγυάται, χωρίς αστερίσκους και προϋποθέσεις, ότι οι οικογένειες των στρατιωτικών θα έχουν ουσιαστική και ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας που οι ίδιοι οι στρατιωτικοί επί δεκαετίες χρηματοδοτούν και στηρίζουν.
Διότι όταν η συζήτηση για την υγεία μετατοπίζεται από το «δικαίωμα» στην «ευχέρεια» και από τη δημόσια μέριμνα στην ιδιωτική ασφάλιση, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια διοικητική αλλαγή.
Μιλάμε για μια βαθύτερη αλλαγή φιλοσοφίας, η οποία αξίζει να συζητηθεί ανοιχτά από την Πολιτεία, τα Γενικά Επιτελεία, τις ενώσεις στρατιωτικών και, κυρίως, από τα ίδια τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.
*Μεταφορά αποσπασμάτων από το FB του συντάκτη
