Σύνδεση


Γράφει ο Γεώργιος Εμμανουηλίδης

Επίτιμος Πρόεδρος Σ.Α.Σ - 10ης Σειράς

mnimonia

Στις 21 Οκτωβρίου 2009 η Ελληνική Δημοκρατία κοινοποίησε στην Eurostat (στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) στατιστικά στοιχεία που αναθεωρούσαν το δημόσιο έλλειμμα της για το 2008, αυξάνοντας το από το 5,0 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) (ποσοστό που είχε κοινοποιηθεί από την Ελλάδα τον Απρίλιο 2009) στο 7,7 % του ΑΕΠ. Συγχρόνως, οι ελληνικές αρχές αναθεώρησαν το ποσοστό του ελλείμματος της χώρας που είχαν προβλέψει για το 2009, αυξάνοντας το από το 3,7 % του ΑΕΠ (ποσοστό που είχε κοινοποιηθεί την άνοιξη του 2009) στο 12,5 % του ΑΕΠ.
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού διατύπωσε συστάσεις προς την Ελληνική Δημοκρατία προκειμένου να προβεί σε ενέργειες για διορθώσει το έλλειμμά της, διαπίστωσε, στις 30 Νοεμβρίου 2009, κατά το άρθρο 126, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε λάβει μέτρα προς τούτο.
Η αναθεώρηση αυτή των οικονομικών στοιχείων προκάλεσε αμφιβολίες στις αγορές όσον αφορά τη φερεγγυότητα της χώρας, πυροδοτώντας την κρίση του δημοσίου χρέους της. Κατά τους πρώτους μήνες του 2010, η συμπεριφορά των επενδυτών στην αγορά προκάλεσε άνοδο των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων. Στα τέλη Απριλίου 2010, ένας οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβάθμισε τα ελληνικά ομόλογα σε ΒΒΒ- από ΒΒ+, ήτοι τα κατέταξε σε μια κατηγορία η οποία θεωρείται από τις αγορές ότι αφορά χρέος υψηλού κινδύνου.
Δεδομένου ότι από την ελληνική κρίση χρέους προέκυπτε απειλή για τα λοιπά κράτη μέλη της ευρωζώνης και κίνδυνος για τη σταθερότητα της ευρωζώνης στο σύνολο της, οι αρχηγοί των κρατών ή κυβερνήσεων της ευρωζώνης συμφώνησαν, κατά τη σύνοδο κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης Μαρτίου 2010, να δημιουργηθεί ένας διακυβερνητικός μηχανισμός στήριξης προς την Ελληνική Δημοκρατία συνιστάμενος σε συντονισμένο διμερή δανεισμό με επιτόκια που θα διαμορφώνονται με μη χαριστικούς όρους, δηλαδή χωρίς κανένα στοιχείο επιδότησης. Η εξόφληση των δανείων υπέκειτο σε αυστηρούς όρους και η ενεργοποίηση του μηχανισμού θα έπρεπε να γίνει κατόπιν αιτήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο μηχανισμός στήριξης περιελάμβανε επίσης και σημαντική συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).
Στις 23 Απριλίου 2010 η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε την ενεργοποίηση του προαναφερθέντος διακυβερνητικού μηχανισμού στήριξης.
Στις 2 Μαΐου 2010, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος μηχανισμού στήριξης, τα κράτη μέλη της ευρωζώνης έδωσαν τη συγκατάθεση τους για να χορηγηθεί στην Ελληνική Δημοκρατία το ποσό των 80 δισεκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο ενός χρηματοδοτικού πακέτου 110 δισεκατομμυρίων ευρώ το οποίο επρόκειτο να χορηγηθεί από κοινού με το ΔΝΤ.
Λαμβανομένης υπόψη της επιδεινώσεως της δημοσιονομικής καταστάσεως στην Ελλάδα, οι Υπουργοί Οικονομικών του Eurogroup, καθώς και το ΔΝΤ, παρέσχον, στις 14 Μαρτίου 2012, για δεύτερη φορά στήριξη ανερχόμενη σε 164,5 δισεκατομμύρια ευρώ μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ).
Παράλληλα με τη συνεισφορά του δημόσιου τομέα, εξετάστηκε η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην εξυγίανση της δημοσιονομικής καταστάσεως. Στις 21 Ιουλίου 2011 οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων της ευρωζώνης και οι επικεφαλής των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνήλθαν για να αποφασίσουν τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την υπέρβαση των δυσχερειών που αντιμετώπιζε η ευρωζώνη.
Στην κοινή τους δήλωση της 21ης Ιουλίου 2011, διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«1. Επικροτούμε τα μέτρα που έλαβε η ελληνική κυβέρνηση με στόχο τη σταθεροποίηση των δημοσίων οικονομικών και τη μεταρρύθμιση της οικονομίας, καθώς και τη νέα δέσμη μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της ιδιωτικοποίησης, η οποία θεσπίστηκε πρόσφατα από το ελληνικό Κοινοβούλιο...\
Συμφωνούμε να στηρίξουμε ένα νέο πρόγραμμα για την [Ελληνική Δημοκρατία] και, από κοινού με το ΔΝΤ και την εθελοντική συμβολή του ιδιωτικού τομέα, να καλύψουμε πλήρως το χρηματοδοτικό έλλειμμα. Η συνολική επίσημη χρηματοδότηση εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 109 [δισεκατομμύρια] ευρώ. Το πρόγραμμα αυτό θα σχεδιασθεί, κυρίως με χαμηλότερα επιτόκια και μεγαλύτερες προθεσμίες λήξεως, ώστε να βελτιώσει αποφασιστικά τη βιωσιμότητα του χρέους και τις δυνατότητες αναχρηματοδότησης της [Ελληνικής Δημοκρατίας]....
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει επιδείξει προθυμία να υποστηρίξει την [Ελληνική Δημοκρατία] εθελοντικά αξιοποιώντας διάφορες δυνατότητες προς περαιτέρω ενίσχυση της γενικής βιωσιμότητας. Η καθαρή συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα εκτιμάται σε 37 [δισεκατομμύρια] ευρώ. [...] Η πιστωτική ενίσχυση θα παρασχεθεί για να στηρίξει την ποιότητα της παροχής ασφάλειας προκειμένου να καταστεί δυνατή η περαιτέρω χρήση της για την πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις πράξεις εξασφάλισης ρευστότητας του Ευρωσυστήματος. Εν ανάγκη θα παράσχουμε επαρκείς πόρους για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών...»
Όσον αφορά τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, η εν λόγω δήλωση αναφέρει στο σημείο 6 τα εξής:
«Όσον αφορά τη γενική προσέγγιση μας για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην ευρωζώνη, επιθυμούμε να καταστήσουμε σαφές ότι η περίπτωση της [Ελληνικής Δημοκρατίας] απαιτεί μια λύση έκτακτου και μοναδικού χαρακτήρα.»
Κατά τη Σύνοδο Κορυφής της 26ης Οκτωβρίου 2011, οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων της ευρωζώνης δήλωσαν μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (PSI) έχει ζωτικό ρόλο στην εδραίωση της βιωσιμότητας του χρέους της [Ελληνικής Δημοκρατίας]. Συνεπώς χαιρετίζουμε την τρέχουσα συζήτηση μεταξύ της [Ελληνικής Δημοκρατίας] και των ιδιωτών επενδυτών της για .την εξεύρεση λύσης για εμβάθυνση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα...
Η πιστωτική ενίσχυση θα παρασχεθεί για να στηρίξει την ποιότητα της παροχής ασφάλειας προκειμένου να καταστεί δυνατή η περαιτέρω χρήση της για την πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις πράξεις εξασφάλισης ρευστότητας του Ευρωσυστήματος.
Όσον αφορά τη γενική προσέγγιση μας για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην ευρωζώνη, επαναλαμβάνουμε την απόφαση μας της 21ης Ιουλίου [2011], ότι η περίπτωση της [Ελληνικής Δημοκρατίας] απαιτεί μια λύση έκτακτου και μοναδικού χαρακτήρα.»

Στη δήλωση του Eurogroup της 21ης Φεβρουαρίου 2012 αναφέρονται τα εξής:
«[...] Το Eurogroup αναγνωρίζει την κοινή αντίληψη που έχει επιτευχθεί μεταξύ των ελληνικών αρχών και του ιδιωτικού τομέα για τους γενικούς όρους της προσφοράς ανταλλαγής [Private Sector Involvement (PSI)], που καλύπτει όλους τους ομολογιούχους του ιδιωτικού τομέα. Αυτή η κοινή αντίληψη προβλέπει ονομαστική απομείωση («κούρεμα») ύψους 53,5%...»

Στις 23 Φεβρουαρίου 2012 το Ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε τον νόμο 4050/2012, που θεσπίζει κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων (στο εξής: ελληνικός νόμος 4050/2012), ο οποίος προέβλεψε μια διαδικασία βάσει των «ρητρών συλλογικής δράσης» (CAC), δυνάμει της οποίας οι προταθείσες τροποποιήσεις καθίσταντο νομικώς δεσμευτικές για κάθε κάτοχο χρεογράφων διεπόμενων από το ελληνικό δίκαιο και εκδοθέντων πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2011, όπως προσδιορίστηκαν με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία εγκρίθηκαν οι προσκλήσεις ΡSΙ, εφόσον οι εν λόγω τροποποιήσεις εγκρίνονταν, συλλογικά και αδιακρίτως σειράς, από πλειοψηφία τουλάχιστον των δύο τρίτων της ονομαστικής αξίας των εν λόγω τίτλων.
Στις 24 Φεβρουαρίου 2012 το ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών διευκρίνισε τους όρους στους οποίους υπόκειται η εθελοντική ανταλλαγή χρεογράφων με συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών παραπέμποντας στον ελληνικό νόμο 4050/2012. Στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «η [ΕΚΤ] και τα άλλα μέλη του Ευρωσυστήματος έχουν προβεί σε ειδικές συμφωνίες με την [Ελληνική Δημοκρατία] ώστε να αποφευχθεί να τεθεί σε κίνδυνο η αποστολή και ο θεσμικός ρόλος τους, και ο ρόλος της [ΕΚΤ] στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής, όπως προκύπτει από τη Συνθήκη».
(Υπόθεση Τ-38/14 Γενικού Δικαστηρίου)